Κούφιο, στεγνό σεξ επί πληρωμή που πάνε να γυρέψουν ένα μάτσο πεινασμένοι σε σπίτια με κόκκινα φανάρια μπας και ξεσπάσουν τις ορμές τους. Αυτές είναι οι σκέψεις που σου έρχονται πάνω-κάτω σήμερα όταν πρέπει να περιγράψεις έναν οίκο ανοχής μαζί με άλλες πολλές, μπερδεμένες και σκόρπιες. Μερικοί θα νιώσουν ακόμη και αηδία για την πλήρη απουσία ερωτισμού και την κενότητα μιας συνουσίας αγοραίας, στεγνής από κάθε είδους συναίσθημα και νόημα.

Κάποιοι θα κατακρίνουν το επάγγελμα και τις κοπέλες που το κάνουν, κάποιοι θα κατακρίνουν τους επισκέπτες που «δεν έχουν λόγο να βρίσκονται εκεί» και «ντροπή τους». Άλλους θα τους κυριεύσει μια στεναχώρια, όταν θα σκεφτούν την μοίρα των καημένων των κοριτσιών που τα οδήγησε εκεί. Πολλών λογιών αντιδράσεις αμφιλεγόμενες και άλλα τόσα ερωτηματικά θα γεννηθούν, όταν πέσει στο τραπέζι η κουβέντα με τα κόκκινα φανάρια.

Και κάπου εκεί που έχω χαθεί στην περιπλάνηση των φαναριών γυρνάω πίσω. Πίσω στην μεταπολεμική Ελλάδα, λίγο μετά το ’40. Τότε που τα κορίτσια πήγαιναν να βρουν καταφύγιο στους οίκους ανοχής, άλλοτε εγκαταλελειμμένες, άλλοτε χωρισμένες, ανύπαντρες μητέρες ή φερμένες απ’ την επαρχία. Ιστορίες δραματικές και στα αυτιά μας κλισέ, όμως αληθινές. Εκεί που η κοινή συνιστώσα ήταν η φτώχεια και ο κοινός στόχος των κοριτσιών να βγάλουν κάποια λεφτά και να ξεφύγουν, ζώντας μια καλύτερη ζωή. Στόχος που έμενε τελικά απλά ένα όνειρο.

Ο αγαπημένος προορισμός των αντρών και η παρηγοριά των μοναχικών. Η Τρούμπα. Η φωλιά του πληρωμένου έρωτα. Έρωτα λέω, ναι. Αυτό που δεν τολμάμε να ξεστομίσουμε σήμερα απλώς για ένα μπουρδέλο. Γιατί δεν αξίζει να βεβηλώνεις έννοιες τόσο μεγάλες σαν τον έρωτα για πράγματα ανούσια και ντροπιαστικά όπως ένα μπουρδέλο. Ουπς! Μου ξέφυγε ξανά η λέξη που δεν πρέπει να λέγεται. Ούτε να γράφεται μάλλον, γιατί η αυτόματη διόρθωση δε θέλει να δεχθεί την ύπαρξή της και την υπογραμμίζει κόκκινα ως λάθος. Μα όσο βλέπω κόκκινο τόσο πιο βαθιά βυθίζομαι πίσω στο χρόνο, αφήνοντας πίσω την προοδευτική Ελλάδα του 21ου αιώνα, όπου η λέξη μπουρδέλο αποτελεί ακόμη ταμπού για κάποιους. 

Από εδώ και στο εξής θα τον αποκαλώ, καθώς πρέπει, οίκο ανοχής.  Στην οδό Νοταρά λοιπόν, κεντρική της Τρούμπας τότε, με τους πολλούς οίκους ανοχής, ακόμη και ο πληρωμένος έρωτας έκρυβε ρομαντισμό.

Η Λόλα, η Νταίζη, η Τιτίκα, η Σοράγια, η Νότα που δούλευαν εκεί, ήταν κορίτσια σαν όλα τ’ άλλα, που ονειρεύονταν πολλές φορές τον πρίγκιπα που θα τους σώσει και θα ζήσουν τον αληθινό έρωτα. Μόνο που τις περισσότερες φορές ο πρίγκιπας ήταν τελικά βάτραχος και βάτραχος θα έμενε, όσα φιλιά και να του έδινε.

Άντρες που πουλούσαν φρούδες ελπίδες και ψεύτικο έρωτα, κάνοντας τις κοπέλες υποχείριά τους, ξεζουμίζοντας τις τσέπες τους, τα σώματα και τις ψυχές τους.

Αλλά όπως σε κάθε κανόνα υπάρχει και η εξαίρεση, έτσι κι εδώ κάποιοι ερωτεύτηκαν πραγματικά μερικές από αυτές. Έκαναν μάλιστα και όμορφες οικογένειες, ξεφεύγοντας από τη γειτονιά. Αυτές ήταν οι «τυχερές», που γλίτωσαν από την καταδίκη τους και αφιερώθηκαν στον αρραβωνιαστικό.

Τα σπίτια με τα κόκκινα φανάρια συνήθιζαν να υποδέχονται πατεράδες υπερήφανους, οι οποίοι παρέδιδαν τους γιόκες τους στα χέρια της «Μπέμπας» προκειμένου να τους κάνει άντρες. Κάτι μου θυμίζει αυτό. Ακόμη και τώρα, τόσα χρόνια μετά, η ιστορία ακούγεται τόσο γνώριμη στ’ αυτιά μου. Βλέπεις, οι παραδόσεις διατηρήθηκαν.

Το σκηνικό; Σεξ, ερωτικά παιχνίδια υπό τον κατάλληλο κόκκινο φωτισμό και μουσική υπόκρουση τραγουδιών του  Βαμβακάρη, του Τσιτσάνη και της  Σοφίας Βέμπο. Η εκπαίδευση ήταν ερωτική και μουσική μαζί.

Έρωτες, καβγάδες, νταβατζήδες και αντριλίκια βρέθηκαν στις αίθουσες των κινηματογράφων με τη ζωή να προβάλλεται στο άσπρο και το μαύρο και ταινίες σαν τα «Κόκκινα Φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη και τη «Λόλα» του Ντίνου Δημόπουλου να σπάνε ταμεία, αναλαμβάνοντας να μεταφέρουν το κλίμα στην εποχή της Τρούμπας. Έργα που μιλάνε για οίκους ανοχής και ιερόδουλες και ταυτόχρονα ξυπνούν ρομαντισμό και νοσταλγία σε πολλούς που έζησαν αυτή την εποχή.

Τη νοσταλγία και τη διάθεση για να διατηρηθεί η ιστορικότητα της περιοχής, δε θα την καταλάβεις μόνο αν μιλήσεις με ανθρώπους που έζησαν τότε. Μπορείς να το διαπιστώσεις και μόνος σου, αν κάνεις μια βόλτα στις γειτονιές της Τρούμπας σήμερα.

Θα δεις να ξεφυτρώνουν δεξιά και αριστερά μαγαζάκια, που άλλοτε στέγαζαν οίκους ανοχής. Τους ήχους ηδονής και τα βογγητά τα κάλυψαν τώρα ωραίες μουσικές και τα περιτύλιξε ένα ρετρό ύφος, σεβόμενο πάντα, την ιστορία. Ονόματα μαγαζιών παιχνιδιάρικα, γοητευμένα και παρασυρμένα από εικόνες του παρελθόντος συμπαρασύρουν τους επισκέπτες σ΄ ένα ταξίδι με προορισμό μια άλλη εποχή.

 

Συντάκτης: Σταυρούλα Βιτετζάκη