Παθιάρικη, ανεβαστική μουσική. Δυναμικές, αισθαντικές κινήσεις. Καθηλωτικά, διαπεραστικά βλέμματα. Χαμόγελα και μειδιάματα. Κορμιά ιδρωμένα σε απόσταση αναπνοής το ένα από το άλλο. Αγγίγματα και φιγούρες οικειότητας. Όλα αυτά συνθέτουν μια συνήθη εικόνα δύο παρτενέρ που χορεύουν ένα λατινικό χορό. Και κάπου εδώ, η ίδια πάντα απορία γεννιέται από έναν παρατηρητή, -κατά κύριο λόγο άτομο που δεν έχει επαφή με το αντικείμενο-, ή ενίοτε κι από τους ίδιους τους χορευτές, ως προς το κατά πόσο υπάρχει μια έλξη κι επιθυμία μεταξύ των δύο ή εάν απλώς όλο αυτό είναι μια πολύ καλή, παθιασμένη «performance».

Ιδίως αν συγκεκριμένες χορογραφικές κινήσεις εμπίπτουν στην κατηγορία του καθαρά ερωτικού, εκεί τα πράγματα ενδεχομένως να γίνονται πιο περίπλοκα. Ιδού το ερώτημα λοιπόν, μπορεί να δημιουργηθεί επιθυμία μεταξύ δύο αγνώστων που χορεύουν ένα λατινικό χορό; Κάτω από ποιες συνθήκες και προϋποθέσεις μπορεί να συμβεί αυτό; Πώς μπορεί να ερμηνευτεί και να διαχειριστεί σωστά, και πόση βάση και υπόσταση μπορούν να δώσουν οι εμπλεκόμενοι σ’ αυτό το κάτι που πιθανώς να αισθανθούν;

Ως λάτρης των χορών αυτών, οφείλω να τονίσω και να ξεκαθαρίσω πως ο οποιοσδήποτε λατινικός χορός, salsa, bachata, kizomba, αποτελεί μια μορφή τέχνης, ενός τρόπου έκφρασης κι απελευθέρωσης, όπου προφανώς κι ο σκοπός τους δεν είναι η δημιουργία έλξης μ’ άλλα άτομα. Λόγω της φύσης της μουσικής και των χορογραφιών όμως, τείνουν να παρεξηγούνται από πολύ κόσμο, ο οποίος εύκολα θα προτρέξει να τους κατηγοριοποιήσει στους ερωτικούς και να τους θεωρήσει ως αφορμή ώστε δύο άνθρωποι να έρθουν πιο κοντά και να δημιουργηθεί ενδιαφέρον και παιχνίδι.

 

 

Ο λόγος που γίνεται αυτό, είναι διότι το επίπεδο της οικειότητας που φαίνεται να υπάρχει μεταξύ των παρτενέρ, είναι κάτι περισσότερο από μια απλή, κοινωνική οικειότητα κι άνεση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Μια οικειότητα που για τον περισσότερο κόσμο, ο οποίος δεν ασχολείται με το χορό, μπορεί μόνο να δικαιολογηθεί ή να παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια ερωτικής πράξης, εξού και τους είναι δύσκολο να το κατανοήσουν. Τώρα αναλόγως και της χημείας που υπάρχει μεταξύ των χορευτών, -διότι ο παράγοντας χημεία πάντα παίζει ρόλο όταν μιλάμε για ανθρώπινες σχέσεις κι επαφές οποιασδήποτε μορφής- η αίσθηση αυτή της στενής επαφής και οικειότητας γίνεται ακόμη πιο έντονη, διότι η αύρα που εκπέμπουν τα άτομα λειτουργώντας ως ένα στο κομμάτι αυτό της χορογραφίας δεν περνά απαρατήρητη.

Αν και δεν είναι ο κανόνας, αδιαμφισβήτητα οι συνθήκες και η χημεία που μπορεί να υπάρχει, είναι τέτοιες που μπορεί να δημιουργηθεί πρόσφορο έδαφος για κάτι περισσότερο. Το θέμα είναι πως ένας παρατηρητής δεν μπορεί έτσι ελαφρά τη καρδία να κάνει μια τέτοια διαπίστωση. Εδώ καλά-καλά δεν είναι ξεκάθαρο για τα ίδια τα άτομα, αφού κυριολεκτικά κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει αλλά μπορεί και όχι. Γι’ αυτό το λόγο, είναι κανόνας πως οτιδήποτε περισσότερο κι αν αισθανθεί κανείς από τους δύο κατά τη διάρκεια του χορού, ποτέ δεν πρέπει να ενεργεί επ’ αυτού επιτόπου.

Κι αυτό διότι πρώτον, καταστρέφει την ιδέα του χορού για το άλλο άτομο, δημιουργεί μια άβολη κατάσταση κι αφαιρεί αυτή την ασφάλεια που αισθάνεται κανείς χορεύοντας ελεύθερα, μη έχοντας έγνοια το κομμάτι αυτό. Εκείνες οι στιγμές είναι καθαρά χορευτικές, δημιουργικές, εκφραστικές και δεν πρέπει κανείς να μπαίνει στο τριπάκι να διερωτάται αν ήταν πιο έντονος στις εκφράσεις, κινήσεις ή αν έκανε κάτι γενικά που έδωσε λανθασμένη εντύπωση. Και δεύτερον, διατρέχεται το ρίσκο να είναι καθαρά δικιά του επιθυμία και παρερμήνευση, ακριβώς λόγω όσον αναφέρθηκαν για τη φύση του χορού. Ιδανικά αν κάποιος αισθανθεί ερωτική έλξη απέναντι στο άλλο άτομο, θα μπορούσε να κάνει μια κίνηση εκτός χορού, προτείνοντας στο άτομο για μια έξοδο ή κάτι άλλο ώστε να μπορεί να δει πώς λειτουργεί το άτομο αυτό εκτός αυτού του αισθησιακού πλαισίου του χορού. Έτσι θα του είναι και πιο ξεκάθαρο αν υπάρχει η όποια επιθυμία εκ μέρους και του άλλου ατόμου.

Τα πιο πάνω βέβαια, νοουμένου ότι είναι και οι δύο ελεύθεροι. Τι γίνεται αν το άτομο που πιάνει τον εαυτό του να αισθάνεται μια ερωτική επιθυμία απέναντί στον παρτενέρ του βρίσκεται ήδη σε σχέση; Είναι καταρχάς κάτι τέτοιο εφικτό; Η απάντηση είναι πως εξαρτάται. Όταν είναι κανείς σε σχέση και δη σοβαρή, όταν είναι εντάξει εκεί που βρίσκεται, όταν ξέρει τι θέλει, έχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, σέβεται τον άνθρωπο με τον οποίον είναι, δεν τίθεται καν θέμα να δημιουργηθεί ερωτική επιθυμία με το άτομο το οποίο τυγχάνει να χορεύει. Το τι μπορεί να δημιουργηθεί είναι ένας θαυμασμός απέναντι στο άλλο πρόσωπο, μια δημιουργική ένταση, αυτή η χημεία στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, η οποία ανεβάζει το χορό σ’ άλλο επίπεδο κι εκτοξεύει την αδρεναλίνη και των δύο στα ύψη. Και ναι, αυτό είναι εφικτό να γίνει χωρίς να υποβόσκει κάτι το ερωτικό.

Όταν όμως το ερωτικό κομμάτι ξυπνήσει μέσα σε κάποιον, παρ’ όλο που βρίσκεται σε σχέση, τότε σημαίνει πως καλό θα ήταν το άτομο να κάνει μια συναισθηματική ενδοσκόπηση, να έχει μια ειλικρινή συζήτηση με τον εαυτό του ώστε να καταλάβει γιατί να συμβαίνει αυτό. Διότι η αλήθεια είναι πως αν αισθανθεί κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν είναι θέμα του χορού καθ’ αυτό, αλλά κατά πάσα πιθανότητα κάτι δεν πάει καλά στη σχέση του ή με τον ίδιο. Κάτι λείπει, κάτι δεν το γεμίζει πλέον, κάτι δεν του αρκεί, κάτι έχει μείνει ως απωθημένο κι εμφανίζεται τώρα κάτω από αυτές τις συνθήκες. Ό,τι κι αν είναι, το αποτέλεσμα είναι πως το σημείο εστίασης έχει φύγει από το άτομο της σχέσης του και ψάχνει αλλού, ίσως όχι εκούσια, αλλά ύπουλο πράγμα το υποσυνείδητο. Το πώς θα το χειριστεί κανείς, εξαρτάται κι από το πόσο πρόθυμος είναι να αντικρίσει αλήθειες και να δουλέψει εσωτερικά δικά του κομμάτια γύρω από αυτό, με απόλυτο πάντα σεβασμό προς τον εαυτό του και τη σχέση του.

Το ίδιο ισχύει και για άτομα τα οποία δεν ασχολούνται οι ίδιοι με τέτοιους χορούς, αλλά το ταίρι τους. Δε χωράνε ζήλιες, σκηνές και απαγορεύσεις σ’ αυτό, για κανένα λόγο. Και το λέμε, διότι υπάρχει δυστυχώς κόσμος που βάζει το σύντροφό του στη διαδικασία να διαλέξει ανάμεσα σ’ εκείνον και το χορό, λες κι έτσι θα αποδείξει την αφοσίωσή του απέναντί του. Αν μιλάμε για τέτοιες περιπτώσεις, προφανώς και το θέμα δεν είναι ούτε το πώς χορεύει ο σύντροφός του και με ποιους, αλλά η χειριστικότητα του ατόμου, οι δικές του ανασφάλειες και φόβοι που τον οδηγούν στο να σκέφτεται και να αντιδρά έτσι.

Αν πάλι ένα ζευγάρι χορευτών είναι ζευγάρι και στη ζωή, σίγουρα εκεί το επίπεδο της οικειότητας και του ερωτισμού μπορεί να ανέβει διότι προφανώς και η χημεία είναι διαφορετική και τα συναισθήματα τα οποία μοιράζονται είναι πιο πολλά κι έντονα. Ακόμη κι εδώ όμως τίποτα δεν είναι δεδομένο, αφού μπορεί να υπάρχουν ζευγάρια τα οποία να θέλουν να διαχωρίζουν τα δύο και να μη θέλουν την ώρα του χορού να δείξουν ή να εκφράσουν κάτι περισσότερο. Σίγουρα σε μια τέτοια περίπτωση η επικοινωνία μεταξύ του ζευγαριού και η συνεννόηση εκ των προτέρων είναι κλειδιά προς αποφυγή αμήχανων καταστάσεων.

Κατά παρόμοιο τρόπο, το ότι οι λατογενείς χοροί γενικότερα συνεπάγονται και μια άλφα οικειότητα, αυτό δε σημαίνει πως ο βαθμός οικειότητας είναι απαραίτητα ίδιος μεταξύ όλων των χορευτών. Ίσως να υπάρχουν άτομα τα οποία για τους όποιους λόγους να μη νιώθουν άνετα σε ένα «close position». Αν με τη γλώσσα του σώματος κάποιος δείξει πως δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο, οφείλει το άλλο άτομο να το σεβαστεί και να μην επιμένει. Το ότι η φύση του χορού είναι τέτοια, δε σημαίνει πως ο προσωπικός χώρος χάνεται, εκμηδενίζεται και πως δίνεται το δικαίωμα στον άλλον να τον υπερβεί χωρίς πρώτα να πάρει τη συγκατάθεση του άλλου.

Οι λατινικοί χοροί είναι ένας όμορφος τρόπος να απελευθερωθεί κανείς τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά. Βοηθούν το άτομο ώστε να γνωρίσει καλύτερα το σώμα του και να εξοικειωθεί με την αισθησιακή του πλευρά μέσα από αυτό το είδος της μουσικής. Είναι έτσι ένα καταφύγιο όπου αυτή η πλευρά και όλη αυτή η ενέργεια και το πάθος μπορούν να εκφραστούν και να διοχετευθούν ελεύθερα μέσα σε ένα ασφαλές περιβάλλον όπου κάτι τέτοιο δεν είναι κατακριτέο. Η ερωτική έλξη που μπορεί να δημιουργηθεί μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο δεν είναι αναγκαία, είναι όμως αποδεκτή. Αρκεί τα άτομα να ξέρουν τι νιώθουν, γιατί και κατά πόσο αυτό είναι αμοιβαίο ή όχι, χωρίς όμως ο χορός να γίνεται πρόφαση για κάτι τέτοιο.

 

Συντάκτης: Άννα Μετόχη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου