Είμαστε στη ζεστή αγκαλιά του Αυγούστου. Άλλοι έχουν τραβήξει για κάποιο νησί κάπου στο Αιγαίο και άλλοι για χωριά. Και κάπως έτσι οι πρωτεύουσες έχουν αδειάσει. Είναι εκείνες οι καλοκαιρινές νύχτες που η πόλη μοιάζει άδεια. Παρ’ όλα αυτά, για όσους έχουν ξεμείνει δεν είναι. Κάθε άλλο, κρύβει τα μυστικά της. Κάπου σε ένα παγκάκι, μια τυχαία συνάντηση ένα ζεστό βράδυ πυροδοτεί έναν διάλογο που μπορεί να σου αλλάξει την κοσμοθεωρία και να μπεις σε σκέψεις. Εκεί ακριβώς που βολτάρουμε, ξέγνοιαστοι, βυθισμένοι στις σκέψεις μας, καπνίζοντας φτηνά τσιγάρα, έξω από έναν ξεχασμένο τηλεφωνικό θάλαμο ή έξω από μια βιτρίνα που έκλεισε για τον Δεκαπενταύγουστο, ανταλλάξαμε ένα βλέμμα που κράτησε λίγο παραπάνω και ήταν η αφορμή για την επόμενή μας έξοδο. Μια σκηνή που μας θυμίζει λίγο από τα «Φτηνά Τσιγάρα» του Ρένου Χαραλαμπίδη, που όλοι αγαπήσαμε και ίσως ευχηθήκαμε να ζήσουμε για λίγο έναν έρωτα σαν κι αυτόν.
Ένας έρωτας που θα σε βρει στο πουθενά – δίχως φανφάρες, αλλά σαν μια ιστορία που δεν περίμενες ποτέ να σε βρει. Όμως όχι μόνο σε βρίσκει, σου δίνει και τα πάντα. Σύμφωνα με τον Χαραλαμπίδη, ο έρωτας είναι μια διαδρομή μέσα στη νύχτα, μέσα στην αυγουστιάτικη ησυχία της Αθήνας, ανάμεσα σε φωτισμένες άδειες λεωφόρους και μικρές σιωπές. Κάπου στο πουθενά γεννιέται μια έλξη ανάμεσα σε δυο αγνώστους, που θα βρεθούν τυχαία στον ίδιο τόπο και χρόνο και αποφασίζουν να μοιραστούν τη στιγμή. Η συγκεκριμένη συνάντηση δεν έχει προκαθορισμένο τέλος ούτε υπόσχεση για πάντα. Και όσο ήσυχα ήρθε, άλλο τόσο ήσυχα θα φύγει, γιατί αυτό ίσως να είναι και το ιδανικό. Ένας έρωτας που θα σου δώσει για λίγο την αίσθηση ότι, για λίγες ώρες, ο κόσμος σταματά και το σύμπαν ασχολείται μόνο με εσάς τους δυο. Ένα βλέμμα που δεν περίμενες να σε αγγίξει, αλλά τελικά σε κάνει να ξεχάσεις τι ώρα είναι. Μια κουβέντα που κυλάει σαν νερό και δεν θέλεις να τελειώσει. Ένα άγγιγμα και μια χημεία κάπως ανεξήγητη, που και πάλι δεν χρειάζεται καμία ερμηνεία.
Στην εποχή που ο αστικός ρομαντισμός έχει καταπλακωθεί κάπου πίσω από μια οθόνη, αυτό το «από το πουθενά» μοιάζει σχεδόν παράνομο, μιας και η φυσική παρουσία και το να αφεθείς στο τυχαίο φαίνεται σχεδόν αφύσικο. Εντούτοις, ο έρωτας που ίσως αναζητούμε μοιάζει με μια νυχτερινή βόλτα στην Αθήνα – φωτισμένη με κίτρινες λάμπες, λίγο καυσαέριο, ζεστό αέρα και μια σιωπή να αιωρείται, γεμίζοντας τις παύσεις ανάμεσα στις συζητήσεις. Κατά βάθος, ίσως ψάχνουμε όλοι ένα κομμάτι στον χρόνο που δεν απαιτεί καμία εξήγηση. Πιθανόν κάποτε να τελειώσει, αλλά το ζεις λες και δεν υπάρχει αύριο. Ίσως να μην είναι το τέλειο, το σίγουρο ή το για πάντα, αλλά είναι σίγουρα ζωντανός, λίγο επικίνδυνος, χαοτικός καμιά φορά και αυθεντικός – σαν την Αθήνα, που όσο κι αν την αποκαλούν ζούγκλα, για κάποιους μοιάζει ιδανική.
Και στην τελική, ίσως ο έρωτας να μην είναι τα μεγάλα λόγια ή οι ακραίες υποσχέσεις του «για πάντα», αλλά να είναι εκείνο το τυχαίο βράδυ που δεν περίμενες τίποτα και τελικά σου βγήκε το πάντα. Θα κλείσω μάλλον με τη φράση του Χαραλαμπίδη που με στιγμάτισε: «Έτσι κι αλλιώς τα πράγματα θα κυλήσουν όπως θέλουν αυτά. Η ζωή ξέρει κι εγώ την εμπιστεύομαι. Είμαι από αυτούς που πάντα κάπνιζαν φτηνά τσιγάρα».
