Υπάρχει μια κούραση που δε φαίνεται σε κανέναν. Δεν είναι σωματική, δεν περνάει με λίγες ώρες ύπνου, ούτε με λίγες μέρες ξεκούρασης. Είναι η κούραση που μαζεύεται όταν για χρόνια έδινες τον εαυτό σου παραπάνω απ’ όσο άντεχες. Όταν έβαζες τους άλλους πρώτους και εσένα τελευταίο, σχεδόν πάντα από συνήθεια. Όταν έλεγες «θα αντέξω λίγο ακόμη» και αυτό το λίγο γινόταν πάντα περισσότερο.

Έμαθες να δίνεις χωρίς να μετράς. Να καταλαβαίνεις, να δικαιολογείς, να σωπαίνεις, να κάνεις υπομονή. Να κάνεις πίσω για να μη χαλάσει το κλίμα, για να μη νιώσει ο άλλος άσχημα, για να μη θεωρηθείς δύσκολος. Έβαζες τις ανάγκες σου κάτω από τις ανάγκες των άλλων και αυτό το μετέφραζες ως αγάπη.

Σήμερα αντιλαμβάνεσαι ότι δεν ήταν αγάπη. Ήταν εγκατάλειψη του εαυτού σου, απλώς ντυμένη με μια λέξη που πονούσε λιγότερο. Έδωσες πολλές φορές τα πάντα μέχρι να αδειάσεις. Έδωσες τον χρόνο σου, την ενέργειά σου, τη διάθεσή σου, την ψυχική σου αντοχή. Και όταν δεν είχες πια τίποτα άλλο να δώσεις, ένιωθες ενοχές. Σαν να έφταιγες εσύ που κουράστηκες. Σαν να όφειλες να συνεχίσεις, επειδή έτσι είχες μάθει. Γιατί ο καλός άνθρωπος αντέχει. Ο δυνατός δε φεύγει. Και όποιος λέει «ως εδώ» βαφτίζεται εγωιστής. Κανείς όμως δε μιλά για το πόσο επικίνδυνο είναι να συνηθίζεις να βάζεις τον εαυτό σου τελευταίο. Για το πόσο εύκολα οι άλλοι σε θεωρούν δεδομένο. Για το πόσο γρήγορα ξεχνιέται η αξία σου, μόλις πάψεις να είσαι πάντα διαθέσιμος. Κανείς δεν λέει πόσο κοστίζει να μικραίνεις για να χωρέσεις εκεί που δεν υπήρχε χώρος για σένα εξαρχής.

Κουράστηκες. Κι αυτό είναι εντάξει. Είναι εντάξει που κουράστηκα να αποδεικνύεις, να εξηγείς, να ζητάς κατανόηση για πράγματα που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα. Είναι εντάξει που κουράστηκες να μετράς τις αντοχές σου, αντί να σέβεσαι τα όριά σου.

Και κάπου εδώ άρχισες, δειλά-δειλά στην αρχή, να βάζεις όρια. Όχι επειδή έγινες σκληρός, αλλά επειδή δεν άντεχες άλλο να είσαι καθημερινά σπασμένος σε χίλια κομμάτια. Τα όρια δεν ήρθαν χωρίς πόνο. Ήρθαν με φόβο και τύψεις. Με σκέψεις ότι ίσως αλλάζεις προς το χειρότερο, ότι ίσως πληγώνεις ανθρώπους. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι τα όρια ήρθαν γιατί έτσι έπρεπε. Γιατί αν δεν προστάτευες εσύ τον εαυτό σου, δε θα το έκανε κανείς. Γιατί κάποια στιγμή κατάλαβες πως δεν είναι εγωισμός να λες «μέχρι εδώ», είναι αυτοσεβασμός.

Και ναι, κάποιοι απομακρύνθηκαν. Κάποιοι θύμωσαν. Κάποιοι είπαν ότι άλλαξες, ότι δεν είσαι πια όπως πριν. Δεν είπαν όμως ότι πριν πονούσες. Δεν είπαν ότι πριν έσβηνες σιγά σιγά. Γιατί όσοι σε κατηγορούν που έβαλες όρια, συνήθως νοσταλγούν τον εαυτό σου όταν σε είχαν εύκολο, όχι όταν ήσουν καλά. Το να επιλέγεις τον εαυτό σου δεν σημαίνει ότι δεν αγαπάς. Σημαίνει ότι έμαθες επιτέλους να μην αυτοκαταστρέφεσαι για να αγαπηθείς. Σημαίνει ότι σταμάτησες να ζητάς χώρο σε ζωές που δεν σου τον έδιναν ποτέ. Ότι έμαθες να σκέφτεσαι εσένα χωρίς να νιώθεις ενοχές. Δεν έπαψες να νοιάζεσαι για τους άλλους. Απλώς έπαψες να ξεχνάς εσένα. Και αυτή ήταν η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο ειλικρινής επιλογή που έκανες ποτέ.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο μόνος άνθρωπος που θα ζήσει κάθε σου μέρα, κάθε σου πόνο και κάθε σου προσπάθεια, είσαι εσύ. Και δεν είναι εγωισμός να τον επιλέγεις. Είναι ανάγκη. Είναι επιβίωση. Είναι, ίσως, η πρώτη πραγματική πράξη αγάπης προς τον εαυτό σου. Είναι το κενό που αναρωτιόσουν γιατί δε γεμίζει. Τώρα ξέρεις τι του έλειπε.

Μην το εγκαταλείψεις ξανά.

Συντάκτης: Νίκη Ντάλντα