Όλοι λέμε πως είμαστε «μια ομάδα». Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός, ΑΕΚ και πάει λέγοντας. Κάπου εκεί όμως αρχίζουν οι διαφορές. Οι φίλαθλοι αγαπούν το άθλημα ως άθλημα. Μπορεί να πουν ότι τους αρέσει το μπάσκετ αλλά όχι το ποδόσφαιρο, ότι απολαμβάνουν το παιχνίδι χωρίς να χρειάζεται να διαλέξουν στρατόπεδο. Οι οπαδοί, αντίθετα, συνδέονται με μια συγκεκριμένη ομάδα. Τη στηρίζουν, τη ζουν, τη νιώθουν κομμάτι της ταυτότητάς τους. Και πολλές φορές, το «υποστηρίζω την ομάδα μου» μετατρέπεται σε υπερβολική συναισθηματική έκρηξη. Το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ ή οποιοδήποτε άθλημα παύει να είναι απλώς ένα παιχνίδι και γίνεται μέρος της καθημερινότητας. Σε τέτοιο βαθμό, που μια ήττα αρκεί για να επηρεάσει τη διάθεσή μας και την ψυχολογία μας.

Κάποια στιγμή η ομάδα παύει να είναι απλώς κάτι που υποστηρίζουμε και γίνεται ένα με εμάς. Μετατρέπεται σε ταυτότητα. Σε έναν εύκολο τρόπο να προσδιορίσουμε ποιοι είμαστε και πού ανήκουμε. Ιδίως σε περιοχές όπου μια ομάδα έχει έντονη παρουσία, εγκαταστάσεις ή ιστορία, το να «είσαι» αυτής της ομάδας σε κατατάσσει αυτομάτως. Δεν είναι τυχαίο που ακούμε εκφράσεις όπως «α, αυτός είναι Παναθηναϊκός, είναι έτσι». Κάτι που λογικά δεν έχει κανένα νόημα, ψυχολογικά όμως λειτουργεί. Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας (Social Identity Theory), οι άνθρωποι αντλούν μέρος της αυτοεκτίμησής τους από τις ομάδες στις οποίες ανήκουν. Όταν η ομάδα κερδίζει, νιώθουμε κι εμείς ότι αξίζουμε περισσότερο. Όταν χάνει, πληγώνεται κάτι προσωπικό. Έτσι, το «κερδίσαμε» γίνεται «είμαστε καλύτεροι», και οι αντίπαλοι παύουν να είναι απλώς φίλαθλοι μιας άλλης ομάδας και μετατρέπονται σε «εχθρούς».

Στη συνέχεια, τα άτομα που υποστηρίζουν τον ίδιο σύλλογο αρχίζουν να ομαδοποιούνται πιο έντονα. Δημιουργείται ένα ισχυρό «εμείς», που σχεδόν αυτόματα χρειάζεται έναν «άλλο» για να οριστεί. Ο αντίπαλος δαιμονοποιείται και παύει να είναι απλώς κάποιος που υποστηρίζει μια διαφορετική ομάδα. Γίνεται εχθρός. Σε αυτό το σημείο, οι φίλαθλοι μετατρέπονται σε οπαδούς. Η αγάπη για το άθλημα υποχωρεί και στη θέση της μπαίνει η ανάγκη για σύγκρουση, επιβεβαίωση και επικράτηση. Έτσι οδηγούμαστε σε διαμάχες που συχνά ξεφεύγουν από τον έλεγχο. Η σύγχρονη ιστορία μας έχει δείξει πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει αυτή η μετάβαση. Η δολοφονία του Άλκη Καμπανού στη Θεσσαλονίκη και του Μάριου Ρουμπή στη Χαλκίδα αποτελούν τραγικά παραδείγματα. Νέα παιδιά χάνονται για έναν λόγο τόσο ανούσιο όσο η τυφλή ταύτιση με μια ομάδα. Και εκεί καταλαβαίνουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι το άθλημα, αλλά το πώς επιλέγουμε να το ζούμε.

Όλη αυτή η ανάγκη για σύγκρουση που συχνά εμφανίζουν οι οπαδοί σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη χαμένη αυτοκυριαρχία. Το συναίσθημα ξεφεύγει από τον έλεγχο και μετατρέπεται σε θυμό, μίσος, βία και καταστροφικές συμπεριφορές. Πολλές φορές, οπαδοί κουβαλούν πίεση από άλλους τομείς της ζωής τους — οικονομικές δυσκολίες, προσωπικές ματαιώσεις, αίσθημα αδικίας. Μέσα στο πλαίσιο της ομάδας, νιώθουν πως βρίσκουν έναν ασφαλή χώρο για να εκτονώσουν όλα όσα τους βαραίνουν. Η ομάδα γίνεται το μέσο, αλλά και η δικαιολογία. Παραδείγματα όπως εκείνα που έχουμε δει με οπαδούς της Παρτιζάν στο μπάσκετ δείχνουν πως η βία δε στρέφεται μόνο προς τον «αντίπαλο», αλλά ακόμα και προς παίκτες της ίδιας της ομάδας. Έτσι, το κλίμα γίνεται εχθρικό και εσωτερικά. Αρκεί μια ήττα, μια κακή εμφάνιση, μια λάθος απόφαση. Το άθλημα παύει να είναι παιχνίδι και μετατρέπεται σε πεδίο εκτόνωσης κάθε συσσωρευμένης οργής. Και κάπου εκεί, η αγάπη χάνει το νόημά της.

Ο φανατισμός δε γεννιέται πάντα αυθόρμητα. Συχνά καλλιεργείται. Τα ΜΜΕ παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή του, μέσα από τίτλους, εκφράσεις και αφηγήσεις που ντύνουν ένα παιχνίδι με ρητορική «πολέμου». Αγώνες μετατρέπονται σε μάχες, ήττες σε ταπεινώσεις και αντίπαλοι σε εχθρούς. Αυτό το κλίμα τροφοδοτεί ακραία συναισθήματα και λανθασμένες συμπεριφορές. Από το υπερβολικό πάθος, όμως, δεν κερδίζουν οι φίλαθλοι. Κερδίζουν οι σύνδεσμοι, οι παράγοντες και όσοι επενδύουν στη σύγκρουση και στη θέαση. Οι οπαδοί συχνά επηρεάζονται από δημόσια πρόσωπα, influencers ή ηγετικές μορφές του χώρου, που με δηλώσεις και υπονοούμενα ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Έτσι, το άθλημα γίνεται πρόσχημα και το πάθος μετατρέπεται σε εργαλείο έκφρασης θυμού και βίας.

Πώς μπορεί, όμως, να υπάρξει αυτή η μεταστροφή από οπαδό σε φίλαθλο; Η αρχή γίνεται θέτοντας όρια. Όρια στο πάθος, στον θυμό και στις αντιδράσεις μας. Η συνειδητοποίηση ότι η ομάδα μας μπορεί να χάσει είναι καθοριστική∙ μπορεί να μας στενοχωρεί, αλλά δε χρειάζεται να καθορίζει τη διάθεσή μας, την καθημερινότητά μας ή τον τρόπο που φερόμαστε στους γύρω μας. Ακολουθεί η αυτοπαρατήρηση. Παρατηρούμε πότε θυμώνουμε, γιατί θυμώνουμε και τι πραγματικά μας ενοχλεί, πριν ξεσπάσουμε εκεί που δεν πρέπει. Η διαχείριση των συναισθημάτων δε σημαίνει καταπίεση, αλλά κατανόηση. Παράλληλα, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι αθλητές, προπονητές και παράγοντες κάνουν τη δουλειά τους και δεν είναι προσωπικοί μας εχθροί. Το ίδιο ισχύει και για τους υποστηρικτές της αντίπαλης ομάδας. Μπορούμε να αγαπάμε την ομάδα μας χωρίς να μισούμε τους άλλους. Το πάθος δε χρειάζεται να εκφράζεται με βία ή φανατισμό, αλλά με σκέψη, σεβασμό και ουσιαστικές λύσεις.

Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι να πάψουμε να αγαπάμε τις ομάδες μας, αλλά να μάθουμε πώς να τις αγαπάμε σωστά. Να θυμηθούμε ότι ο αθλητισμός γεννήθηκε για να ενώνει, να συγκινεί και να προσφέρει στιγμές χαράς και όχι φόβου. Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι η νίκη στο σκορ, αλλά η νίκη απέναντι στον φανατισμό και τη βία. Να μπορέσουμε κάποια στιγμή να δούμε οπαδούς του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού στο ίδιο γήπεδο, χωρίς καχυποψία και ένταση, να χειροκροτούν την ομάδα τους και να φεύγουν με ασφάλεια. Το ίδιο να συμβεί και με τον ΠΑΟΚ και τον Άρη, σε μια πόλη που έχει πληρώσει βαρύ τίμημα στον οπαδικό φανατισμό. Γιατί όταν ο φόβος εξαφανίζεται από τις εξέδρες, τότε ο αθλητισμός ξαναβρίσκει το νόημά του. Και ίσως τότε θυμηθούμε ότι, πάνω απ’ όλα, είμαστε άνθρωποι πριν γίνουμε οπαδοί.

 

Συντάκτης: Νικόλ Τ.