Κάποιοι στίχοι ενός τραγουδιού που όλοι έχουμε τραγουδήσει, άλλοι δυνατά και με πόνο και άλλοι πιο χαλαρά και αδιάφορα λένε:

 «Ψυχή στα σκοτεινά, στα φώτα δύο ξένοι

και τρέμω μην το δεις υπόθεση χαμένη

Μ’ αγγίζεις δυο λεπτά και νιώθω πως υπάρχω

“που πάμε” μη μου πεις ούτε τι τέλος θα ‘χω»

και δεν υπάρχει ίσως καλύτερος τρόπος για να περιγράψει ένας άνθρωπος την καψούρα που έχει για ένα άλλο άτομο, τη βαθιά ανάγκη του να περάσει χρόνο μαζί του και να ξεκλέψει λίγες στιγμές ευτυχίας, αν και δεν έχει κανονική σχέση μαζί του αλλά κάτι κρυφό. Όμως δυστυχώς το να είσαι το τρίτο πρόσωπο σε μία σχέση ή να έχεις τον ρόλο αυτού που σε βλέπουν για λίγο, περνάτε καλά και κυρίως σας δένει το ερωτικό κομμάτι και μετά το πρόσωπο επιστρέφει σπίτι στην οικογένειά του, τότε κάπου εδώ ξέρεις μέσα σου ότι έχεις μπλεχτεί σε μία κατάσταση που πονά κατά κύριο λόγο και δίνει ελάχιστες στιγμές χαράς, βασιζόμενες πάντα στο πρόγραμμα του άλλου.

Το να βιώνεις μία παράλληλη αγάπη στα σκοτεινά , στα κρυφά σημαίνει ακριβώς αυτό, το ότι το ζεις και το βιώνεις στο περιθώριο, σαν να υφίσταται πίσω από κουρτίνες. Δεν έχει δικαίωμα να απαιτήσεις, μπαίνεις εν γνώσει σου σε μία δύσκολη και πολλές φορές ανυπόφορη συναισθηματική κατάσταση που περιμένεις να έρθει η στιγμή σου μέσα στη μέρα… στην εβδομάδα.. στο πότε μπορεί το άλλο πρόσωπο. Καμία υπόσχεση για κάτι, κανένα δικαίωμα αγάπης και αληθινών αισθημάτων γιατί αν τα εκφράσεις μπορεί να χαθεί οριστικά το πρόσωπο. Δεν έχεις επιλογή και κυρίως βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι ποτέ δε θα είσαι η επιλογή, παρά μόνο η παρένθεση που θα προσφέρει σ3ξουαλική ικανοποίηση (κάτι που και εσύ απολαμβάνεις προφανώς), ένα αυτί που θα ακούσει παράπονα για όσα περνά καθημερινά στο σπίτι και όλα τα παραπάνω γίνονται πάντα με τον χρόνο να τρέχει εις βάρος των κοινών σας στιγμών.

Το μεγάλο ζόρι είναι όταν ο καιρός αρχίζει και περνάει και αμφότερες πλευρές αναπτύσσουν συναισθήματα που όμως δε θέλουν να δείξουν ο ένας στον άλλον. Δυσκολεύεσαι που δεν μπορείς να του σταθείς σε μία δυσκολία που βιώνει, θέλεις απεγνωσμένα μία βραδινή αγκαλιά για να σε κλείσει μέσα της αλλά δεν μπορεί, οι στιγμές χαράς αλλά και στεναχώριας βιώνονται με απουσία και αυτό σε πονά ακόμα περισσότερο… Και δεν είναι το γ@μώτο ότι δε γίνεται να βρεθείτε, δεν είναι ότι σε κατακλύζει η ζήλια για το πού και με ποιους βρίσκεται το άτομο που θεωρείς πια άνθρωπό σου εκείνη τη στιγμή που το χρειάζεσαι, αλλά αυτή η σιωπή. Το ότι δεν μπορείς να μιλήσεις για όσα νιώθεις και θέλεις, να θυμώσεις, να ζητήσεις. Γιατί ξέρεις πως, αν το κάνεις και μπεις στη λογική να ανοιχτείς, τότε θα τα χάσεις όλα και εντελώς. Ήξερες από την αρχή τις συνθήκες που επικρατούσαν και όμως δέχθηκες και δέθηκες. Και τώρα απλά μαθαίνεις να συμβιβάζεσαι, να δέχεσαι να είσαι το τρίτο πρόσωπο κάπου και ίσως να γίνεις το πρώτο κάπου άλλου.

Αγάπη, δε ζητάς πολλά, παρά μόνο να νιώθεις και λίγο πως σε βλέπουν. Τις στιγμές που είστε μαζί εύχεσαι να μπορούσε να σταματήσει ο χρόνος, να μη λειτουργεί κανένα χρονόμετρο. Και το πρόσωπο να μην πρέπει να επιστρέψει σε όλα όσα ανήκει νόμιμα. Και εσύ να μη μένεις με μισά… Να μη χρειάζεται να κρύψετε τίποτα. Να μη χρειάζεται να πονάς στη σιωπή αλλά κυρίως να μην ζεις όλα όσα νιώθεις στη σιωπή… Και τότε αγάπη, σίγουρα δε θα χρειαστεί να τρέμεις μήπως το άλλο πρόσωπο σου πει πως πουθενά δε βγαίνει!

Συντάκτης: Αμαλία Ευαγγελία Αλεξανδρή
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη