Κάθε άνθρωπος κουβαλάει πάνω του ένα βιβλίο που δεν το έγραψε ποτέ με μελάνι. Αντίθετα, το χάραξε με ιδρώτα, με φόβους, με λάθη, με εκείνες τις νύχτες που δε μίλησε σε κανέναν γιατί φοβήθηκε ότι αν άνοιγε το στόμα του, θα έβγαιναν μόνο θραύσματα. Δεν το ξέρει, αλλά κάθε μέρα γυρίζει σελίδα, κάθε απόφαση χαράζει ένα καινούργιο κεφάλαιο, κι ας νομίζει ότι απλώς έφτιαξε καφέ το πρωί ή ότι έκλεισε λίγο πιο απότομα την πόρτα φεύγοντας.
Όλοι, άλλωστε, νομίζουν ότι τα βιβλία της ζωής είναι μεγαλειώδη μόνο όταν είναι γεμάτα νίκες. Τι ψέμα. Ένα βιβλίο με μόνο επιτυχίες είναι η πιο επικίνδυνη μορφή παραμυθιού, μια επιμελώς φτιαγμένη ματαιοδοξία που μυρίζει ψεύτικη λάμψη και πάγο. Ένα τέτοιο βιβλίο δεν το διαβάζει κανείς δεύτερη φορά. Ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας του.
Το αληθινό βιβλίο έχει τσακισμένες σελίδες. Έχει μέρη που δε θες να διαβάσεις φωναχτά. Έχει σημεία που αντέχεις μόνο όταν είσαι μόνος, κι άλλα που δεν τα άντεξες ούτε όταν ήσουν μόνος. Έχει τις ήσυχες νίκες που δεν πανηγύρισες, και τις ήττες που σε λύγισαν τόσο που νόμιζες πως έσπασες. Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει ένας ρυθμός σχεδόν βιολογικός, σχεδόν μοιραίος σαν το καρδιογράφημα. Οι μεγάλοι παλμοί σε σκοτώνουν. Οι πολύ μικροί παλμοί σε σκοτώνουν. Η ζωή θέλει την ταλάντωσή της, την αναπνοή της, την άγρια ισορροπία της. Θέλει να χάνεσαι και να επιστρέφεις, να πέφτεις και να σηκώνεσαι, να μην είσαι ποτέ στατικός. Γιατί η στασιμότητα, αυτό το ευθύγραμμο, γαλήνιο, τέλειο πράσινο της οθόνης, είναι ο θάνατος.
Κάπου ανάμεσα στα άκρα κρύβεται η αλήθεια. Αλλά η αλήθεια δεν είναι μία είναι όσοι και οι άνθρωποι. Ο καθένας έχει τη δική του. Τη δική του κόλαση, τον δικό του παράδεισο, τον δικό του θεό, τον δικό του διάβολο. Τη δική του γραμμή στο καρδιογράφημα. Τον δικό του τρόπο να γυρνάει σελίδες. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη μέθη της ελευθερίας και στον πόνο της ευθύνης, ανάμεσα στη νύχτα και στο πρώτο φως, ανάμεσα σε αυτούς που έφυγαν και σε αυτούς που κράτησες, ανάμεσα στα «ναι» που έπρεπε να πεις και στα «όχι» που φοβήθηκες να προφέρεις, γράφεις το βιβλίο σου χωρίς να το ξέρεις.
Κάποτε προσπάθησα να καταλάβω αν γράφω ιστορίες ή αν οι ιστορίες γράφουν εμένα. Αν είμαι ο καπετάνιος ή το κύμα. Αν οδηγώ ή παρασύρομαι. Αν το τιμόνι της ζωής το κρατάει το χέρι μου ή τα τραύματά μου. Κάποιοι φιλόσοφοι θα το πουν θέληση ισχύος. Άλλοι θα το πουν κάρμα. Άλλοι τυχαιότητα, άλλοι νόημα, άλλοι παραμύθι. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω. Και δε χρειάζεται να ξέρω. Γιατί αυτό το βιβλίο το δικό μου, το δικό σου, του καθενός δε γράφεται για να είναι τέλειο. Γράφεται για να είναι αληθινό. Να έχει αίμα πάνω στις σελίδες, αλάτι από τη θάλασσα στα περιθώρια, δάκρυα που άφησαν λεκέδες, και γέλια που ακούγονται ακόμη όταν το ανοίγεις ξανά.
Δεν υπάρχει όμορφο βιβλίο χωρίς σκοτάδι. Δεν υπάρχει δυνατός άνθρωπος χωρίς ρωγμές. Δεν υπάρχει πορεία χωρίς παράκαμψη. Κι αν κάποιες φορές ένιωσες ότι όλο αυτό δεν έχει νόημα, ότι κάπου χάθηκε ο μίτος, πίστεψέ με: το νόημα πολλές φορές κρύβεται ακριβώς εκεί. Στην απώλεια του ελέγχου. Στο άγνωστο. Στην ταλάντωση. Ο καθένας γράφει το βιβλίο του χωρίς να το καταλαβαίνει. Μέχρι μια μέρα συνήθως σιωπηλή, χωρίς προειδοποίηση που κοιτάζεις πίσω και λες: «Αυτό το κεφάλαιο… το έζησα. Δεν το φαντάστηκα.» Και τότε συνειδητοποιείς ότι ο συγγραφέας που τόσο καιρό έψαχνες, αυτός ο άγνωστος που σου έκλεβε τον ύπνο, που σε έβαζε να ταξιδεύεις, να αγαπάς, να προδίδεις, να πολεμάς, να αντέχεις…
Ήσουν πάντα εσύ. Και το βιβλίο δεν τελείωσε. Έχει ακόμα σελίδες. Έχει ακόμα θάλασσες, ακόμα βράχους, ακόμα άνεμο, ακόμα φωτιά. Έχει ακόμα μέρες που θα πεις «δεν αντέχω άλλο» και νύχτες που θα ψιθυρίσεις «πάμε». Έχει ακόμα αλήθειες που δεν τόλμησες, και ψέματα που πίστεψες. Έχει ακόμα εκείνο το κεφάλαιο που δε γίνεται να γραφτεί από κανέναν άλλο.
Το μόνο που χρειάζεται είναι να συνεχίσεις. Να γράφεις. Να ζεις. Να ξημερώνεις και να σκοτεινιάζεις. Και, κάπου εκεί στο ενδιάμεσο στην ταλάντωση, στον παλμό, στο καρδιογράφημα που πάλλεται σαν άγριο κύμα πάνω στη γάστρα βρίσκεται ο άνθρωπος. Βρίσκεσαι εσύ και το βιβλίο σου· το μεσοδιάστημα μεταξύ γέννησης και θανάτου.
