Ας μην κοροϊδευόμαστε, τα μεγαλύτερα ψέματα τα έχουμε πει στον εαυτό μας. Όχι στους άλλους. Όχι στους γονείς μας, στους συντρόφους μας ή στους φίλους μας αλλά εμάς τους ίδιους. Εκεί, μπροστά στον καθρέφτη, στις τρεις τα ξημερώματα, όταν δεν μας βλέπει κανείς. Εκεί έχουμε υπάρξει οι πιο πειστικοί ψεύτες.
Έχουμε πει «δεν πειράζει», ενώ μέσα μας πείραζε πολύ. Έχουμε πει «δεν τον/την θέλω τόσο», ενώ ξέραμε ότι μας είχε γίνει ανάγκη. Έχουμε πει «είμαι καλά», ενώ το στομάχι μας ήταν κόμπος. Πόσες φορές έχουμε μείνει σε καταστάσεις που δεν μας χωρούσαν, απλώς και μόνο επειδή φοβηθήκαμε να παραδεχτούμε την αλήθεια; Πόσες φορές βαφτίσαμε τον συμβιβασμό “ωριμότητα” και την ανασφάλεια “ρεαλισμό”;
Μάθαμε να αντέχουμε, να δικαιολογούμε και να κάνουμε εκπτώσεις. Να λέμε ότι «έτσι είναι οι σχέσεις», «έτσι είναι οι δουλειές», «έτσι είναι η ζωή», και κάπως έτσι, σιγά σιγά, πείσαμε τον εαυτό μας ότι δεν αξίζουμε κάτι καλύτερο ή ότι το καλύτερο είναι υπερβολή. Του μάθαμε να βολεύεται. Να σιωπά και να μην ζητάει πολλά.
Τα μεγαλύτερα ψέματα δεν έχουν θέαμα και δράμα. Είναι μικρά και επαναλαμβανόμενα. «Αύριο θα αλλάξω». «Από Δευτέρα ξεκινάω». «Δεν με επηρεάζει». «Δεν με νοιάζει». Τα λέμε τόσο συχνά που στο τέλος τα πιστεύουμε, και όταν τα πιστεύουμε, γίνονται η πραγματικότητά μας.
Την ίδια στιγμή, τις μεγαλύτερες αλήθειες μας τις έχουμε πει εκεί που δεν έπρεπε. Τις ξεστομίσαμε πάνω στον θυμό, στην απογοήτευση, στην κούραση. Τις πετάξαμε σαν βέλη σε ανθρώπους που ίσως δεν ήταν έτοιμοι να τις ακούσουν, ή δεν άξιζαν να τις ακούσουν, ή και δεν ήθελαν να τις ακούσουν.
Έχουμε πει «σ’ αγαπώ» σε λάθος χρόνο. Έχουμε πει «δεν αντέχω άλλο» τη στιγμή που ο άλλος έδινε τη δική του μάχη. Έχουμε αποκαλύψει φόβους σε ανθρώπους που τους χρησιμοποίησαν εναντίον μας. Έχουμε δείξει την πιο ευάλωτη πλευρά μας σε βλέμματα που δεν είχαν καμία πρόθεση να την προστατεύσουν. Γιατί συμβαίνει αυτό άραγε; Ίσως γιατί με τον εαυτό μας είμαστε σκληροί κι εκεί εξανλτούμε την αυστηρότητά μας. Ίσως γιατί μέσα μας φοβόμαστε την αλήθεια, ενώ προς τα έξω τη χρησιμοποιούμε για να λυτρωθούμε. Κάποιες φορές, λέγοντας την αλήθεια στο λάθος πρόσωπο, δεν ψάχνουμε κατανόηση· ψάχνουμε εκτόνωση. Θέλουμε να βγάλουμε από μέσα μας αυτό που μας καίει, χωρίς να σκεφτούμε πού θα πέσει η σπίθα.
Κι έτσι δημιουργείται μια παράξενη αντίφαση. Κρατάμε μέσα μας όσα θα έπρεπε να παραδεχτούμε και ξεχειλίζουμε εκεί που θα έπρεπε να φιλτράρουμε. Λέμε «είμαι εντάξει» στον εαυτό μας και «δεν είμαι καλά μαζί σου» στον πρώτο που θα βρεθεί μπροστά μας. Λες και είναι πιο εύκολο να πληγώσουμε κάποιον άλλον παρά να αντιμετωπίσουμε τη δική μας αλήθεια. Όμως μεγαλώνοντας, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε κάτι σημαντικό. Ότι η ειλικρίνεια δεν είναι απλώς να λες την αλήθεια. Είναι να τη λες στον σωστό άνθρωπο, τη σωστή στιγμή και πρώτα απ’ όλα στον εαυτό σου. Είναι να σταματήσουμε να του πουλάμε παραμύθια για να αντέξουμε λίγο ακόμα. Είναι να του πούμε «ναι, πονάς», «ναι, ζηλεύεις», «ναι, φοβάσαι», «ναι, θέλεις περισσότερα». Δεν είναι ντροπή!
Όταν σταματήσουμε να λέμε ψέματα στον εαυτό μας, πολλά ξεκαθαρίζουν. Δεν χρειάζεται πια να ξεσπάμε άτσαλα. Δεν χρειάζεται να φωνάζουμε αλήθειες σε λάθος αυτιά. Μπορούμε να επιλέγουμε πού θα ανοίξουμε την καρδιά μας. Μπορούμε να κρατήσουμε κάποια πράγματα για εμάς, όχι από φόβο, αλλά από επίγνωση.
Το να κοιτάξουμε μέσα μας απαιτεί θάρρος. Το να παραδεχτούμε ότι μείναμε εκεί που δεν έπρεπε, ότι αγαπήσαμε παραπάνω απ’ όσο άντεχε ο άλλος, ότι ανεχτήκαμε λιγότερα απ’ όσα αξίζαμε ·όλα αυτά πονάνε, αλλά είναι λυτρωτικά. Ίσως, τελικά, η ωριμότητα να μην είναι να λέμε όλες τις αλήθειες μας παντού. Ίσως να είναι να ξέρουμε ποιες αξίζει να ειπωθούν, σε ποιον και πότε. Και πάνω απ’ όλα, να σταματήσουμε να προδίδουμε τον εαυτό μας με μικρά, καθημερινά ψέματα που μας κρατούν πίσω, γιατί όταν πάψουμε να του λέμε ψέματα, δεν θα χρειάζεται πια να πετάμε αλήθειες σαν όπλα. Θα τις κρατάμε σαν φως και θα τις μοιραζόμαστε εκεί που μπορούν να ανθίσουν, όχι εκεί που θα καούν.
