Η πολυαναμενόμενη έναρξη της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών στο Εφετείο Λάρισας δεν εξελίχθηκε σε μια τυπική δικαστική διαδικασία, αλλά μετατράπηκε σε ένα πεδίο έντονης αντιπαράθεσης και ηθικής διεκδίκησης. Η απόφαση του δικαστηρίου για δεκαήμερη διακοπή της συνεδρίασης ως αποτέλεσμα μιας εκρηκτικής ατμόσφαιρας, η οποία προκλήθηκε από τις τραγικές ελλείψεις στην οργάνωση της διαδικασίας. Το χρονικό της Δευτέρας έγινε η αιτία για να αποκαλυφθεί για άλλη μία φορά το βαθύ χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες των συγγενών για δικαιοσύνη και στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες έκαναν για άλλη μία φορά ότι μπορούσαν για να επισκιάσουν μία τόσο σημαντική δική, γεγονός το οποίο φάνηκε από την πρώτη στιγμή, όταν επικαλούμενοι την χωρητικότητα της αίθουσας ζήτησαν να αποχωρήσουν οι δημοσιογράφοι για να πραγματοποιηθεί η δίκη κεκλεισμένων των θυρών.

 


 

Η αρχή της έντασης, ξεκίνησε από τον ίδιο τον χώρο διεξαγωγής της δίκης. Η αίθουσα που επιλέχθηκε στο ισόγειο του Εφετείου Λάρισας αποδείχθηκε απελπιστικά μικρή για να στεγάσει το βάρος μιας υπόθεσης με 57 θύματα, δεκάδες τραυματίες και 31 κατηγορούμενους. Από νωρίς το πρωί, η εικόνα των συγγενών που στοιβάζονταν σε λίγα τετραγωνικά μέτρα ή παρέμεναν εκτός της αίθουσας, επειδή δεν υπήρχαν θέσεις, προκάλεσε την πρώτη σπίθα οργής, οι γονείς και οι συγγενείς των θυμάτων ένιωσαν ότι η πολιτεία τους υποτιμά για ακόμη μια φορά, στερώντας τους το δικαίωμα να παραστούν στη δίκη για τον θάνατο των συγγενών τους και εξέφρασαν την έντονη δυσαρέσκειά τους, τονίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν μια τόσο σημαντική υπόθεση να εκδικάζεται υπό τέτοιες συνθήκες.

Οι διαμαρτυρίες αυτές δημιούργησαν κλίμα έντασης, το οποίο επηρέασε την ομαλή εξέλιξη της διαδικασίας, εδώ, για άλλη μία φορά φάνηκε πόσο απρόθυμη είναι η πολιτεία να βοηθήσει τους γονείς και τους συγγενείς να βρουν απαντήσεις στο ερώτημα του γιατί έφυγαν τόσο άδικα και τραγικά οι δικοί τους άνθρωποι εξαιτίας της δολοφονικής αμέλειας κάποιων άλλων.

 


 

Η κατάσταση κλιμακώθηκε γρήγορα με τους δικηγόρους των οικογενειών να προχωρούν σε σκληρές καταγγελίες. Σύμφωνα με πηγές, οι παρευρισκόμενοι δεν δίστασαν να χαρακτηρίσουν τη διαδικασία ως πραξικόπημα αλλά και ως ένα δικαστήριο παρωδία. Η πιο χαρακτηριστική στιγμή της έντασης ήταν όταν ακούστηκε το παράπονο πως «η αίθουσα είναι πιο μικρή και από αυτή που χρησιμοποιήθηκε για τα βίντεο», αναδεικνύοντας την αίσθηση ότι η δική προσπαθεί να διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών λόγω της χωροταξικής στενότητας.

Οι δικηγόροι τόνισαν πως η δημοσιότητα της δίκης τίθεται εν αμφιβόλω όταν δεν μπορούν να παραστούν ούτε οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, πόσο μάλλον οι δημοσιογράφοι και το κοινό, δείχνοντας για άλλη μία φόρα πως η κάλυψη δεν σταματά ούτε την ύστατη στιγμή. Φυσικά δεν έλειψαν και οι έντονες αντιπαραθέσεις εντός της αίθουσας, όταν οι δικηγόροι ζήτησαν αλλαγή της αίθουσας, επισημαίνοντας, ότι πρέπει να διασφαλιστεί η παρουσία όλων των ενδιαφερομένων και η απρόσκοπτη παρακολούθηση της δίκης. Οι συνεχείς παρεμβάσεις και οι διακοπές κατέστησαν δύσκολη τη συνέχιση της διαδικασίας, ενώ η συναισθηματική φόρτιση η οποία δικαίως υπήρχε από την πλευρά των συγγενών, οι οποίοι ψάχνουν να βρουν απαντήσεις σε ερωτήματα τα οποία μένουν ακόμη αναπάντητα, επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το ήδη τεταμένο κλίμα.

 


 

Το παρασκήνιο εντός της αίθουσας περιλάμβανε αιχμηρούς διαλόγους μεταξύ της έδρας και των συνηγόρων πολιτικής αγωγής. Οι συγγενείς, σε μια φορτισμένη ατμόσφαιρα, απαιτούσαν την άμεση μεταφορά της δίκης σε καταλληλότερο χώρο, προκειμένου να διασφαλιστεί η αξιοπρέπεια της διαδικασίας, η πίεση αυτή οδήγησε το δικαστήριο στην απόφαση για διακοπή δέκα ημερών. Αυτό το διάστημα κρίθηκε απαραίτητο ώστε να γίνουν τεχνικές παρεμβάσεις, οι οποίες θα επιτρέπουν σε όλους να παρακολουθούν τη διαδικασία.

Η διακοπή αυτή, ωστόσο, από την στιγμή που δεν ήταν προσωρινή για λίγες μόνο ημέρες, αλλά ορίστηκε σε βάθος δεκαημέρου, προκάλεσε νέα ερωτήματα και αντιδράσεις, διότι για άλλη μία φορά το κράτος απέδειξε με τρόπο έντονο πως βρίσκεται απέναντι και όχι στο πλευρό των συγγενών των θυμάτων. Η εξέλιξη αυτή, δικαίως προκάλεσε απογοήτευση στους συγγενείς των θυμάτων, οι οποίοι περίμεναν για μεγάλο χρονικό διάστημα την έναρξη της δίκης και βρέθηκαν αντιμέτωποι με καθυστερήσεις από την πρώτη κιόλας ημέρα, πολλοί από αυτούς εξέφρασαν την αγανάκτησή τους, κάνοντας λόγο για διαδικασία που δεν ανταποκρίνεται στη σοβαρότητα της υπόθεσης και στις απαιτήσεις τους για την απονομή της δικαιοσύνης.

Η πρώτη ημέρα της δίκης ανέδειξε τις δυσκολίες οι οποίες συνοδεύουν μια τόσο σημαντική και πολύπλοκη υπόθεση, ενώ παράλληλα ανέδειξε και την ανάγκη για έναν ελάχιστο σεβασμό προς τα θύματα και τους επιζώντες. Η συνέχισή της μετά από δέκα ημέρες αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το ζητούμενο είναι να διασφαλιστούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε η διαδικασία να προχωρήσει ομαλά και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Το μόνο σίγουρο είναι πως η δεκαήμερη αναμονή είναι ένα στοίχημα για το κράτος δικαίου,  η κοινωνία απαιτεί η επανέναρξη της δίκης να γίνει υπό συνθήκες που θα τιμούν τη μνήμη των 57 νεκρών και θα επιτρέπουν την απρόσκοπτη αναζήτηση της αλήθειας, μακριά από οργανωτικές προχειρότητες οι οποίες θα πληγώσουν ξανά τις οικογένειες.

 

Πηγή φωτογραφίας: ΤΟ ΒΗΜΑ

Συντάκτης: Μαριάννα Χατζή