Έξι χρόνια μετά τον Covid και ακόμα ακούμε ιστορίες που λέμε δεν μπορεί να ισχύουν στην πραγματικότητα! Το ακούσατε ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν φτάσει στο σημείο να αρνούνται ακόμη και μεταγγίσεις αίματος από εμβολιασμένους; Και κάπου εδώ λες… σοβαρά τώρα;

Έχουν περάσει δηλαδή έξι ολόκληρα χρόνια από τότε που ο κόσμος μπήκε σε μια πρωτόγνωρη συνθήκη φόβου, αβεβαιότητας και -εντάξει ας μην το ωραιοποιούμε- διχασμού. Μάσκες, περιορισμοί, αριθμοί κρουσμάτων, γραφήματα, ειδικοί, αντί-ειδικοί, απόψεις και αντιπαραθέσεις. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, ένας διαχωρισμός που άφησε βαθύ αποτύπωμα: εμβολιασμένοι και μη εμβολιασμένοι. Ή ο πιο πετυχημένος διαχωρισμός που κάνει πάταγο στα social: οι ψεκασμένοι και οι «ψαγμένοι».

Και τώρα που λέτε, έξι χρόνια μετά, βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι που, αν δεν ήταν πραγματικό, θα έμοιαζε ίσως με κακό σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Άνθρωποι αρνούνται να δεχτούν αίμα που προέρχεται από ανθρώπους που έχουν εμβολιαστεί με mRNA σκευάσματα κατά του Covid. Σε μια στιγμή που η ιατρική πράξη αφορά την επιβίωση, που το αίμα δεν έχει ιδεολογία, που το σώμα ζητά βοήθεια και όχι ταυτότητα… κάποιοι αποφασίζουν να βάζουν όρους. Και κάπου εδώ, συμπαθάτε με, το πρώτο αυθόρμητο «WTF» δεν είναι απλώς δικαιολογημένο, αλλά είναι σχεδόν αναπόφευκτο.

Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, αυτό που βλέπουμε σήμερα δεν ξεκίνησε σαφώς τώρα. Είναι η προέκταση μιας εποχής όπου η πληροφορία μπλέχτηκε με τον φόβο και ο φόβος με την ταυτότητα. Την περίοδο του Covid, δεν συζητούσαμε μόνο για την υγεία, αλλά φτάσαμε να συζητάμε για το ποιοι είμαστε.

Ο εμβολιασμός, από ιατρική πράξη, μετατράπηκε σε κοινωνικό στίγμα ή σε ηθικό πλεονέκτημα -ανάλογα βέβαια σε ποιο στρατόπεδο ανήκες, για να τα λέμε κι αυτά. Οι άνθρωποι δε χωρίστηκαν απλώς σε «διαφορετικές απόψεις», αλλά στους «σωστούς» και στους «λάθος».

Και σκεφτείτε, όταν μια κοινωνία αρχίζει να λειτουργεί έτσι, ε, κάτι μένει από όλο αυτό. Δε φεύγει δηλαδή αυτό το στίγμα με το τέλος της πανδημίας. Η ψυχολογία έχει έναν πολύ απλό αλλά σκληρό κανόνα: όταν ο φόβος εγκαθίσταται για καιρό, δε φεύγει εύκολα, όσο και να το θες. Και ξέρετε γιατί; Γιατί συνεχώς μεταμορφώνεται. Από άμεσος φόβος γίνεται καχυποψία και από καχυποψία γίνεται -μαντέψτε- πεποίθηση. Ε, και τόσο ύπουλα από πεποίθηση μετατρέπεται σε ταυτότητα.

Έτσι λοιπόν εξηγείται γιατί ακόμα και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που δεν εμπιστεύονται κάτι τόσο βασικό όσο μια μετάγγιση αίματος -εφόσον βέβαια αυτή προέρχεται από εμβολιασμένο δότη. Δεν πρόκειται σαφώς απλώς για έλλειψη πληροφόρησης, αλλά για μια βαθιά εδραιωμένη δυσπιστία απέναντι σε οτιδήποτε συνδέθηκε, έστω και έμμεσα, με εκείνη τη σκοτεινή και αβέβαιη περίοδο.

Και κάπου εδώ αρχίζει το επικίνδυνο. Η ιατρική, καλώς ή κακώς, βασίζεται σε δεδομένα, όχι σε φόβους, όχι σε αφηγήσεις, όχι σε προσωπικές ερμηνείες. Το αίμα δεν «κρατάει μνήμη εμβολιασμού» και δε μεταφέρει «ιδεολογίες». Δε λειτουργεί με όρους κοινωνικού διαχωρισμού. Και προπάντων το αίμα αυτών των ανθρώπων δεν είναι «μολυσμένο»! Όταν ένας άνθρωπος χρειάζεται μετάγγιση, το ζητούμενο είναι ένα: να ζήσει! Και εκεί, κάθε άλλη συζήτηση θα έπρεπε να σταματά. Και όμως, δεν σταματά! Γιατί, όταν η λογική συγκρούεται με την πεποίθηση, συχνά δυστυχώς χάνει.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι ότι υπάρχουν ακραίες απόψεις, αυτές εξάλλου πάντοτε υπήρχαν. Το ανησυχητικό είναι πόσο «κανονικοποιημένες» αρχίζουν να φαίνονται. Όταν ακούς ξανά και ξανά κάτι, ακόμα κι αν είναι παράλογο, αρχίζει να αποκτά μια περίεργη οικειότητα. Και κάπως έτσι, περνά από το περιθώριο στο τραπέζι της συζήτησης. Ε, και από εκεί… στην πράξη. Αυτό ακριβώς ζούμε τώρα. Όχι μια έκρηξη παραλογισμού, αλλά μια ήσυχη διείσδυση.

Τελικά, ξέρετε τι δε γιατρεύτηκε από όλο αυτό; Ότι ίσως το μεγαλύτερο λάθος που κάναμε ήταν ότι πιστέψαμε πως με το τέλος της πανδημίας θα τελειώσουν και οι συνέπειές της. Αλλά δυστυχώς, οι κοινωνικές πληγές δεν κλείνουν τόσο εύκολα.

Ο διαχωρισμός που δημιουργήθηκε τότε -ξέρετε, «εμείς» και οι «άλλοι»- δεν έφυγε ποτέ. Απλώς άλλαξε μορφή. Σήμερα, δεν αφορά μόνο τον εμβολιασμό, αλλά αφορά και την εμπιστοσύνη. Την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, στην επιστήμη και στους άλλους ανθρώπους. Και όταν αυτή η εμπιστοσύνη σπάσει, δεν ξαναχτίζεται έτσι απλά με μια ανακοίνωση.

Και τώρα θα πει κάποιος, τι; Το εύκολο θα ήταν να γελάσουμε, να πούμε «ε, εντάξει, ευτυχώς είναι λίγοι όλοι αυτοί» και να το προσπεράσουμε σαν κάτι γραφικό. Αλλά δεν είναι! Γιατί κάθε φορά που η επιστημονική πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στον φόβο, ανοίγει μια μικρή ρωγμή. Και οι ρωγμές είθισται, όταν τις αφήσεις, να μεγαλώνουν.

Ίσως λοιπόν το ζητούμενο δεν είναι ούτε να κοροϊδέψουμε ούτε να επιτεθούμε. Αλλά να καταλάβουμε τι άφησε πίσω της εκείνη η περίοδος. Να αναγνωρίσουμε ότι ο διχασμός είχε κόστος και ότι αυτό το κόστος το πληρώνουμε ακόμα και σε απρόσμενα σημεία.

Κλείνοντας, έξι χρόνια μετά, θα έπρεπε να έχουμε μάθει κάτι βασικό: ότι ο φόβος δεν είναι καλός σύμβουλος και ότι ο διαχωρισμός δεν οδηγεί πουθενά. Και ότι, στο τέλος της ημέρας, είμαστε όλοι πιο ίδιοι απ’ όσο τελικά πιστεύουμε. Γιατί, όταν φτάνεις στο σημείο να χρειάζεσαι αίμα, δε σε νοιάζει ποιος το έδωσε. Σε νοιάζει όμως ότι κάποιος βρέθηκε να στο δώσει. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο απλή, αλλά και η πιο ξεχασμένη αλήθεια. Ότι η ανθρωπιά δε χωρίζεται σε κατηγορίες, ούτε τότε αλλά ούτε και τώρα.

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου