Κι έτσι λοιπόν, για κάποιο λόγο, όλοι μας ξεκινάμε την ενήλικη μας ζωή με δεδομένο ότι δυσκολευόμαστε να βάλουμε όρια. Ίσως αυτό να προέρχεται από το γεγονός ότι κάποτε καταπατήθηκαν τόσο πολύ από τους ανθρώπους που μας μεγάλωσαν, που το πλέον φυσιολογικό για εμάς είναι το να μην γνωρίζουμε πώς να τα βάλουμε. Δε μάθαμε πώς να λέμε «ως εδώ» — μάθαμε απλά να αντέχουμε.

Και έτσι, όσο καταπατώνται τα όρια και οι ανάγκες μας, αρχίζουμε σιγά σιγά να χάνουμε τον εαυτό μας ή ίσως να μην μπορούμε πραγματικά να τον βρούμε. Μαθαίνουμε να βάζουμε τις ανάγκες των άλλων μπροστά, γιατί αυτό είναι απλά πιο εύκολο από το να σταθούμε απέναντί τους και να διεκδικήσουμε τον δικό μας χώρο. Φοβόμαστε τα όρια γιατί αυτά μπορεί τελικά να μας απελευθερώσουν από ανθρώπους και καταστάσεις που μας κάνουν να χάνουμε τον εαυτό μας ή μας κάνουν να βγάζουμε τον κακό εαυτό μας. Κι όμως, το όριο δεν είναι ούτε το τέλος ούτε κάτι κακό. Είναι η αρχή της σχέσης μας με τον εαυτό μας.

Εν τέλει, το να βάζουμε όρια δε θα το θεωρούσα θυσία. Η έλλειψή τους όμως είναι ένα εμπόδιο που βάζουμε στον εαυτό μας, φοβούμενοι αυτό που θα έρθει μετά — το άγνωστο. Και κάπου εκεί αρχίζει να γίνεται ανυπόφορο, γιατί κάπου εκεί είναι το σημείο που όλοι τόσο φοβόμαστε, γιατί αυτό είναι το δύσκολο: το να βρούμε τελικά τις δικές μας ανάγκες και τα δικά μας όρια. Αυτό τρομάζει γιατί μας βάζει αντιμέτωπους με τον φόβο της απώλειας, μιας απώλειας που, όσο κι αν πονάει, είναι συχνά απαραίτητη για την εξέλιξή μας. Την απώλεια ανθρώπων που αγαπήσαμε, που ίσως κάποτε μας κάλυπταν, όταν οι ανάγκες μας ήταν διαφορετικές. Αλλά στην πορεία καταλαβαίνουμε ότι κάτι δεν είναι αρκετό και ότι κάτι δεν κολλάει, ότι κάτι δε μας κάνει ευτυχισμένους.

Ο άνθρωπος όμως εξελίσσεται. Και μαζί του αλλάζουν και οι ανάγκες του. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία μαθαίνει τι του ταιριάζει και τι όχι, μαθαίνει ποιος είναι. Και αυτό γίνεται μόνο όταν σταθεί απέναντι στον εαυτό του και αναρωτηθεί με ειλικρίνεια ποιος είναι και τι τον κάνει πραγματικά χαρούμενο.

Ο εγκέφαλός μας μαθαίνει με την εμπειρία, με τη συνήθεια αλλά και με το γνώριμο, γιατί εκεί βιώνει την ασφάλεια. Αλλά πόσο πραγματικά μας κάνει χαρούμενους όλη αυτή η γνώριμη κατάσταση; Ο εγκέφαλος έχει φτιαχτεί για να υπάρχει, να μπορεί να ζει, να επιβιώνει, αλλά στο τέλος της ημέρας αυτό που έχει σημασία είναι να μπορέσει να συνυπάρξει αυτό που μας κάνει ευτυχισμένους με αυτή την ανάγκη για ζωή. Μπορεί να ακουστεί κυνικό, αλλά είναι ειλικρινές: ο χρόνος μας εδώ είναι λιγοστός, αλλά αν είμαστε τυχεροί, είναι αρκετά πλούσιος, αν τελικά τον εκτιμήσουμε.

Είναι σημαντικό να προσπαθούμε για το καλύτερο για τον εαυτό μας, να μπορούμε να αφήσουμε τη ζωή τελικά να μας πηγαίνει εκεί που είναι να μας πάει, να ακούμε το ένστικτό μας και να μπορούμε να διαλύσουμε κόσμους ολόκληρους και αλυσίδες, για να μπορέσουμε να βρούμε αυτό που είναι πραγματικά για εμάς και για την ευημερία μας. Βάζοντας λοιπόν όρια, κάνουμε ένα βήμα για να φτάσουμε πιο κοντά στο ποιοι είμαστε εμείς. Και για να φτάσουμε στον πραγματικό εαυτό μας, ίσως πρέπει να περάσουμε από απώλεια, από στεναχώρια, με πείσμα, από χίλια κύματα.

Τα όρια δυναμώνουν την πίστη στον εαυτό, γιατί η δύναμη αντικατοπτρίζεται μέσα από το κατόρθωμα. Και εκεί είναι που κάποιοι ακολουθούν ή κάποιοι αναγνωρίζουν ότι αυτό το όριο τους δυσκολεύει συναισθηματικά και ίσως αυτό που ψάχνουν δεν είναι εδώ κοντά, ίσως είναι κάπου αλλού.

Έτσι λοιπόν, θέσε τα όριά σου, αυτά που θες εσύ, αυτά που θα σε κάνουν εσένα χαρούμενο, αλλά και αυτά που θα σε βοηθήσουν να χτίσεις υγιείς σχέσεις. Και δεν χρειάζεται να είναι πάντα τα ίδια, όλα αλλάζουν, όλα ρέουν, οπότε όλα καθορίζονται από το τώρα, από τη συγκεκριμένη στιγμή που ζούμε. Αν αύριο αλλάξουν οι ανάγκες σου, μπορεί να αλλάξουν και τα όριά σου. Άλλωστε, η ζωή είναι στο τώρα, το τι θα γίνει αύριο κανένας δεν το ξέρει.

Συντάκτης: Αντιγόνη Μαραβελάκη