Ξέρεις τι είσαι, έτσι; Είσαι αυτός που πάντα ήταν εκεί. Αυτός που πάντα απαντούσε, που πάντα σήκωνε το τηλέφωνο, που πάντα άκουγε, που πάντα συγχωρούσε. Ήσουν πάντα η σταθερά τους, ο «άνθρωπός τους». Και ξέρεις τι σημαίνει αυτό για τους άλλους; Ότι είσαι δεδομένος. Ασφαλής. Βολικός. Ότι είσαι πάντα εκεί, σαν ένα έπιπλο στο σαλόνι. Δεν ενοχλείς, δεν απαιτείς, δεν ξεβολεύεις. Είσαι εκεί, πάντα εκεί, όταν όλοι οι άλλοι επιλέγουν να σε αφήσουν τελευταίο.
Τους έχεις δει, σωστά; Να εκτιμούν αυτούς που τους φτύνουν. Να κυνηγάνε όσους τους αγνοούν, να πονούν για αυτούς που τους πληγώνουν. Να κλαίνε για εκείνους που δεν γύρισαν ούτε ένα βλέμμα προς το μέρος τους. Και εσύ εκεί. Πάντα εκεί. Να μαζεύεις τα κομμάτια τους όταν σπάνε, να ακούς τον πόνο τους, να θεραπεύεις τις πληγές τους. Και μετά; Μετά γυρίζουν την πλάτη ξανά, πάλι σε εκείνους που τους πέταξαν.
Πόσες φορές στάθηκες στο περιθώριο, βλέποντας ανθρώπους που δεν έδωσαν ούτε το μισό από αυτό που πρόσφερες, να παίρνουν τα πάντα; Πόσες φορές έκανες ένα βήμα πίσω, δίνοντας προτεραιότητα σε άλλους, μόνο και μόνο για να δεις ότι στο τέλος δεν υπήρχε χώρος για σένα; Πόσες φορές κατάπιας τη σιωπή σου, γιατί φοβήθηκες ότι, αν μιλήσεις, θα χάσεις κι αυτά τα λίγα που σου έδιναν;
Ξέρεις γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί σε έχουν δεδομένο. Γιατί πιστεύουν πως θα είσαι πάντα εκεί, ό,τι κι αν γίνει. Δεν έχουν ανάγκη να σε κυνηγήσουν, να παλέψουν για σένα. Δεν νιώθουν φόβο μήπως σε χάσουν. Και ξέρεις γιατί; Γιατί ποτέ δεν τους έδειξες πως μπορείς να φύγεις. Γιατί ποτέ δεν τους έδειξες πως μπορείς να πεις «όχι». Γιατί ποτέ δεν τόλμησες να πεις «αρκετά!».
Ναι, ξέρω, το έκανες από αγάπη. Το έκανες γιατί έτσι είσαι. Καλός, πιστός, τίμιος άνθρωπος. Αλλά μήπως τελικά όλο αυτό δεν ήταν αγάπη; Μήπως ήταν φόβος; Φόβος να μη μείνεις μόνος, φόβος να μην απορριφθείς, φόβος να μη χάσεις αυτό το λίγο που σου πρόσφεραν;
Σήμερα θα το ακούσεις ξεκάθαρα: Το να είσαι δεδομένος είναι επιλογή σου. Ναι, επιλογή σου. Εσύ διάλεξες να είσαι πάντα εκεί. Εσύ διάλεξες να μη φεύγεις, να μην απαιτείς, να μην διεκδικείς. Και τώρα κάθεσαι, κοιτάς το κενό, και αναρωτιέσαι γιατί κανείς δεν σε εκτιμά όσο σου αξίζει. Επειδή εσύ δεν εκτίμησες τον εαυτό σου αρκετά ώστε να δείξεις στους άλλους πού είναι τα όριά σου.
Μήπως ήρθε η ώρα να καταλάβεις πως αξίζεις περισσότερα από το να είσαι η δεύτερη επιλογή κάποιου; Μήπως ήρθε η στιγμή να σηκωθείς, να κοιτάξεις τον καθρέφτη και να πεις δυνατά: «Δεν είμαι δεδομένος!»; Μήπως ήρθε η στιγμή να φύγεις; Γιατί ξέρεις κάτι; Όταν φύγεις, τότε ξαφνικά όλοι θα σε ψάχνουν. Τότε ξαφνικά όλοι θα καταλάβουν πόσα είχες προσφέρει. Και ίσως τότε, όταν θα είναι ήδη αργά, να συνειδητοποιήσεις κι εσύ πως το λάθος δεν ήταν ότι δεν σε εκτίμησαν.
Το λάθος ήταν ότι εσύ δεν εκτίμησες ποτέ αρκετά τον εαυτό σου. Και αυτή είναι η αλήθεια που δεν ήθελες να ακούσεις. Αυτή είναι η αλήθεια που σε κάνει να νιώθεις άβολα. Αυτή είναι η αλήθεια που πρέπει να αντιμετωπίσεις, αν θες κάποτε να σταματήσεις να είσαι «δεδομένος» ή να μην σε νοιάζει να είσαι.
«Ακόμα κι ο βράχος όμως είναι δεδομένος, αλλά δεν τον νοιάζει να μετακινηθεί. Είναι πάντα εκεί, ήσυχος, σταθερός, αμετακίνητος. Δεν ζητά αναγνώριση. Είναι ήδη αυτό που πρέπει να είναι.»
