Υπάρχουν άνθρωποι που δε λένε ποτέ απλά «όχι». Λένε: «Όχι, απλά είμαι πολύ πιεσμένος αυτές τις μέρες και δεν είναι προσωπικό και γενικά έχω λίγο χαθεί και…». Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να αφήσουν ούτε μισό δευτερόλεπτο παρεξήγησης να αιωρείται. Πρέπει να εξηγήσουν τι ένιωσαν, τι εννοούσαν, γιατί το είπαν έτσι, γιατί άργησαν, γιατί απομακρύνθηκαν, γιατί δεν απάντησαν με τρία emoji αντί για πέντε. Και όλο αυτό παρουσιάζεται σαν «επικοινωνία». Πολλές φορές όμως δεν είναι επικοινωνία. Είναι άγχος αποδοχής μεταμφιεσμένο σε ειλικρίνεια.

 

Approval seeking: δεν εξηγείς για να καταλάβουν — εξηγείς για να μη δυσαρεστηθούν

Υπάρχει διαφορά. Άλλο να επικοινωνείς κάτι ουσιαστικά και άλλο να κάνεις emotional press conference κάθε φορά που υπάρχει πιθανότητα να σε παρεξηγήσουν. Η συνεχής ανάγκη εξήγησης συχνά συνδέεται με approval seeking behavior. Δηλαδή, προσπαθείς να ελέγξεις πώς θα σε δουν οι άλλοι ώστε να μη χάσεις αποδοχή. Δεν αντέχεις να σε θεωρήσουν αγενή, αδιάφορο, «κακό» άνθρωπο ή δύσκολο. Οπότε εξηγείς τα πάντα μέχρι εξάντλησης. Μόνο που αυτό δεν δείχνει πάντα καλοσύνη. Δείχνει και φόβο.

 

Reassurance addiction: θες συνέχεια να σε «ακυρώνουν» από την ενοχή

Πολλοί άνθρωποι δεν εξηγούν επειδή χρειάζεται. Εξηγούν για να ακούσουν: «Όχι βρε, καλά έκανες». Αυτό λέγεται reassurance seeking. Ψάχνεις συνεχώς επιβεβαίωση ότι δεν είσαι λάθος, ότι δεν είσαι κακός, ότι έχεις δικαίωμα να κάνεις αυτό που έκανες. Και χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να εξαρτάσαι από την εξωτερική άδεια για πράγματα που θα έπρεπε να μπορείς να αντέξεις μόνος σου.

 

Hyper-explaining: όταν μιλάς υπερβολικά γιατί φοβάσαι την κρίση

Το hyper-explaining είναι κλασικό σημάδι ανασφάλειας. Δεν λες απλά κάτι. Το «ντύνεις», το αναλύεις, το δικαιολογείς, το μαλακώνεις. Γιατί; Επειδή φοβάσαι την αντίδραση. Θες να προλάβεις την κριτική πριν έρθει. Θες να ελέγξεις το narrative. Ουσιαστικά λες: «Περίμενε, άσε με να σου εξηγήσω για να μη με απορρίψεις». Και αυτό κουράζει και εσένα και τους άλλους περισσότερο απ’ όσο νομίζεις.

 

Το trauma του να παρεξηγείσαι συνέχεια

Αν μεγάλωσες σε περιβάλλον όπου έπρεπε μονίμως να αποδεικνύεις τι εννοείς, λογικό. Πολλοί άνθρωποι έμαθαν από μικροί ότι οι προθέσεις τους αμφισβητούνται, τα συναισθήματά τους υποτιμώνται και οι ανάγκες τους θεωρούνται υπερβολικές. Οπότε ανέπτυξαν ένα survival mechanism: «Αν εξηγήσω αρκετά καλά τον εαυτό μου, ίσως με καταλάβουν». Μόνο που αυτό συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή. Και κάπου εκεί δεν επικοινωνείς πια. Απολογείσαι για την ύπαρξή σου.

 

People pleasing: η ανάγκη να είσαι συνεχώς «βατός»

Η υπερεξήγηση συνδέεται άμεσα με το people pleasing. Δεν θες να απογοητεύσεις κανέναν. Δεν θες να δημιουργήσεις δυσφορία. Δεν θες κάποιος να φύγει με αρνητική εικόνα για σένα. Οπότε εξηγείς τα πάντα για να μειώσεις την πιθανότητα δυσαρέσκειας. Αλλά πρόσεξε κάτι: οι emotionally stable άνθρωποι δεν εξηγούν κάθε τους όριο. Το θέτουν. Δεν κάνουν TED Talk επειδή είπαν «δεν μπορώ σήμερα».

 

Boundary guilt: νιώθεις ενοχές όταν δεν δικαιολογείς τα όριά σου

Πολλοί άνθρωποι δεν αντέχουν να πουν απλά: «Δεν θέλω». Γιατί το «δεν θέλω» τούς φαίνεται εγωιστικό. Οπότε ψάχνουν acceptable δικαιολογία. «Δεν προλαβαίνω», «είμαι πιεσμένος», «έχω μπλέξει». Γιατί το σκέτο όριο τούς προκαλεί guilt response. Αυτό λέγεται boundary guilt. Και συνήθως δείχνει ότι έχεις μάθει πως οι ανάγκες σου χρειάζονται έγκριση για να θεωρηθούν valid.

 

Control mechanism: εξηγείς για να ελέγξεις πώς θα σε δουν

Εδώ είναι το πιο άβολο σημείο. Η υπερεξήγηση δεν είναι πάντα αθώα. Καμιά φορά είναι και έλεγχος. Προσπαθείς να διαχειριστείς το perception των άλλων. Να ελέγξεις πώς θα ερμηνεύσουν τη συμπεριφορά σου. Να αποφύγεις οποιαδήποτε πιθανότητα να φανείς «ο κακός». Μόνο που αυτό είναι αδύνατο. Οι άνθρωποι θα σε παρεξηγήσουν έτσι κι αλλιώς κάποιες φορές. Και το να προσπαθείς να το αποτρέψεις διαρκώς είναι ψυχολογικά εξαντλητικό.

 

Self-worth fragility: όταν η εικόνα σου εξαρτάται από το πώς σε διαβάζουν

Οι άνθρωποι που νιώθουν σταθεροί μέσα τους δεν πανικοβάλλονται αν κάποιος τους παρερμηνεύσει. Δεν τους αρέσει — αλλά το αντέχουν. Αντίθετα, όταν η αυτοεκτίμησή σου είναι εύθραυστη, κάθε πιθανή παρεξήγηση μοιάζει απειλή. Γιατί μέσα σου μεταφράζεται ως: «Αν με δουν λάθος, ίσως δεν αξίζω». Και κάπως έτσι αρχίζεις να εξηγείς υπερβολικά όχι επειδή χρειάζεται, αλλά επειδή δεν αντέχεις την πιθανότητα αρνητικής εικόνας.

 

Η ειρωνεία; Όσο περισσότερο εξηγείσαι, τόσο λιγότερο πειστικός φαίνεσαι. Αυτό πονάει λίγο. Όταν απολογείσαι υπερβολικά, οι άλλοι συχνά νιώθουν ότι κάτι «παίζει». Γιατί η υπερβολική εξήγηση βγάζει άγχος. Και το άγχος μεταφράζεται σαν ανασφάλεια. Οι άνθρωποι που είναι ήρεμοι με τις αποφάσεις τους δε μιλάνε ασταμάτητα για να πείσουν. Λένε αυτό που έχουν να πουν και αντέχουν τη σιωπή μετά.

Δε χρειάζεται να αιτιολογείς τα πάντα. Δε χρειάζεται όλοι να συμφωνούν μαζί σου. Δε χρειάζεται να σε καταλαβαίνουν όλοι πλήρως για να έχεις δικαίωμα να κάνεις μια επιλογή. Και κυρίως: δε χρειάζεται να μετατρέπεις κάθε όριο σε απολογία. Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να μάθεις ότι η αξία σου δεν εξαρτάται από το αν όλοι εγκρίνουν τον τρόπο που υπάρχεις.

Η επικοινωνία είναι υγιής. Η μόνιμη απολογία όμως δεν είναι. Όταν νιώθεις την ανάγκη να εξηγείς συνέχεια τον εαυτό σου, συνήθως δεν προσπαθείς να ενημερώσεις τους άλλους. Προσπαθείς να μειώσεις το άγχος σου γύρω από το πώς θα σε δουν. Και αυτό είναι τεράστια διαφορά. Γιατί οι άνθρωποι που ξέρουν ποιοι είναι δεν εξαντλούνται να αποδεικνύουν ότι έχουν δικαίωμα να υπάρχουν όπως είναι. Οπότε ίσως η πραγματική ερώτηση δεν είναι: «Με κατάλαβαν σωστά;». Αλλά: «Γιατί σε τρομάζει τόσο πολύ η πιθανότητα να μη σε καταλάβουν;»

 

 

Συντάκτης: Γιώργος Κατρίνης