Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Εκείνοι που πέφτουν και σηκώνονται με γρατζουνισμένα γόνατα και ιστορίες να διηγηθούν. Και εκείνοι που κάθονται στον καναπέ τους, ασφαλείς, καθαροί, ατσαλάκωτοι… και περνούν μια ζωή αναρωτώμενοι τι θα είχε συμβεί αν είχαν σηκωθεί.
Παράξενο είδος ο άνθρωπος. Μπορεί να φοβάται να χάσει χίλια ευρώ, αλλά δεν τον ενοχλεί να χάσει δέκα χρόνια περιμένοντας την «κατάλληλη στιγμή». Θα κάνει δεκαπέντε πίνακες με υπέρ και κατά για να αλλάξει δουλειά, αλλά δεν θα κάνει ούτε ένα βήμα προς τη ζωή που κάθε βράδυ ονειρεύεται. Κι έπειτα θα κατηγορήσει την τύχη. Γιατί πάντα φταίει η τύχη. Ποτέ η αναβλητικότητα που ντύθηκε λογική.
Έχουμε θεοποιήσει την ασφάλεια, λες και είναι κάποιο μετάλλιο. «Μόνιμη δουλειά», «σίγουρος μισθός», «μην ρισκάρεις», «κοίτα να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο». Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, αντί να προστατεύουμε τη ζωή μας, προστατεύουμε τον φόβο μας. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν φοβόμαστε την αποτυχία. Την έκθεση φοβόμαστε. Φοβόμαστε να δοκιμάσουμε και να μας δουν να αποτυγχάνουμε. Προτιμάμε να λέμε «θα μπορούσα», αντί να πούμε «προσπάθησα και δεν πέτυχε». Το πρώτο χαϊδεύει τον εγωισμό. Το δεύτερο τον ξεγυμνώνει.
Το πιο αστείο, όμως, είναι άλλο. Ο εγκέφαλός μας μπορεί να μας πείσει ότι είναι πιο ασφαλές να μείνουμε δυστυχισμένοι, αρκεί η δυστυχία να είναι γνώριμη.
«Μη φύγεις από αυτή τη δουλειά. Τουλάχιστον πληρώνεσαι.»
«Μην της μιλήσεις. Κι αν σε απορρίψει;»
«Μην επενδύσεις στα όνειρά σου. Κι αν χάσεις τα χρήματα;»
Σωστά. Γιατί είναι, προφανώς, προτιμότερο να χάσεις τον εαυτό σου.
Και ξέρεις ποιο είναι το ειρωνικό;
Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται να χάσουν χρήματα για ένα ταξίδι που πάντα ήθελαν να κάνουν, αλλά δεν τους πειράζει να ξοδεύουν τα ίδια χρήματα κάθε μήνα σε πράγματα που ούτε θυμούνται γιατί αγόρασαν. Θα διστάσουν να πληρώσουν για να μάθουν μια νέα δεξιότητα, αλλά δεν θα διστάσουν να πληρώσουν τη συνδρομή μιας ζωής που δεν τους γεμίζει. Όσο για τα απωθημένα… εκεί γίνεται η μεγαλύτερη κωμωδία.
Πόσοι άνθρωποι έχουν ερωτευτεί και δεν το είπαν ποτέ; Πόσοι ήθελαν να ζητήσουν συγγνώμη και άφησαν τον εγωισμό να κάνει υπερωρίες; Πόσοι είχαν μια ιδέα που θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή τους, αλλά προτίμησαν να τη συζητούν κάθε Κυριακή στον καφέ, αντί να τη δοκιμάσουν;
Και μετά, χρόνια αργότερα, βλέπουν κάποιον άλλο να κάνει ακριβώς αυτό που εκείνοι φοβήθηκαν.
Εκεί δεν πονάει η αποτυχία. Πονάει η επιβεβαίωση ότι ίσως… γινόταν.
Δεν λέω ότι κάθε ρίσκο είναι σοφό. Δεν χρειάζεται να πηδήξεις από αεροπλάνο χωρίς αλεξίπτωτο για να αποδείξεις ότι είσαι θαρραλέος. Το θάρρος δεν είναι η απουσία φόβου. Είναι να προχωράς, ενώ ο φόβος περπατάει δίπλα σου και γκρινιάζει σαν εκείνον τον φίλο που σε αποθαρρύνει για τα πάντα.
Θα χάσεις χρήματα; Ίσως. Θα απορριφθείς; Πιθανότατα, κάποια στιγμή. Θα κάνεις λάθη; Αναπόφευκτα. Και λοιπόν; Τα χρήματα ξαναβγαίνουν. Οι δεξιότητες ξαναχτίζονται. Οι πληγές κλείνουν. Η αυτοπεποίθηση επιστρέφει. Υπάρχει, όμως, κάτι που δεν επιστρέφει ποτέ.
Ο χρόνος που πέρασες περιμένοντας να αποκτήσεις το θάρρος που, τελικά, αναγκάστηκες να βρεις αργότερα. Στο τέλος της ημέρας, η ζωή δεν θυμάται πόσες φορές έμεινες ασφαλής. Θυμάται μόνο τις φορές που τόλμησες. Γιατί, όσο κι αν προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας για το αντίθετο, οι άνθρωποι δεν γερνούν από τις αποτυχίες τους. Γερνούν από τα «αν».
Κι αν υπάρχει ένα ρίσκο που αξίζει να πάρεις, είναι εκείνο που μπορεί να σε φέρει πιο κοντά στη ζωή που κάθε τόσο φαντάζεσαι, όταν μένεις μόνος με τις σκέψεις σου. Γιατί, στο χειρότερο σενάριο, θα αποκτήσεις μια ιστορία. Στο καλύτερο, θα αποκτήσεις τη ζωή που κάποτε φοβόσουν να διεκδικήσεις.
