Έχεις βρεθεί ποτέ να κάνεις κάτι εντελώς μηχανικά και μετά να συνειδητοποιείς ότι δεν θυμάσαι πώς το έκανες; Να οδηγείς μια διαδρομή που ξέρεις απ’ έξω και ξαφνικά να μην έχεις καμία ανάμνηση από τα φανάρια, τις στροφές ή τις κινήσεις σου; Να διαβάζεις μια σελίδα και, στο τέλος, να έχεις την αίσθηση ότι δεν πέρασε τίποτα από μέσα σου; Ή να σου μιλάει κάποιος και εσύ να απαντάς κανονικά, αλλά μέσα σου να υπάρχει μια περίεργη απόσταση, σαν να παρακολουθείς τη σκηνή από κάπου λίγο πιο πίσω;

Οι περισσότεροι θα το πουν αφηρημάδα, κούραση ή στρες. Και πολλές φορές θα έχουν δίκιο. Υπάρχουν όμως στιγμές που αυτό που συμβαίνει δεν είναι απλώς «απουσία προσοχής». Είναι ένας διαφορετικός τρόπος λειτουργίας του ίδιου του εγκεφάλου. Η αποσύνδεση. Και εδώ ξεκινάει η παρεξήγηση. Γιατί η αποσύνδεση δεν είναι κάτι εξωτικό ή σπάνιο. Δεν αφορά μόνο ακραίες ψυχιατρικές εικόνες. Είναι ένας μηχανισμός που διαθέτει κάθε άνθρωπος. Η διαφορά βρίσκεται στο πότε ενεργοποιείται και στο πόσο συχνά συμβαίνει.

Ο εγκέφαλος, όταν βρεθεί σε συνθήκες υπερφόρτωσης, δεν έχει μόνο δύο επιλογές, όπως συχνά λέγεται μέσα από τη γνωστή θεωρία fight or flight («μάχη ή φυγή»). Υπάρχει και μια τρίτη. Η παύση της εμπειρίας. Όχι της πραγματικότητας, αλλά της αίσθησης της πραγματικότητας. Σαν να χαμηλώνει η ένταση του κόσμου, χωρίς να αλλάζει ο ίδιος ο κόσμος. Και αυτό δεν συμβαίνει τυχαία. Είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης.

Όταν κάτι είναι πολύ έντονο, πολύ γρήγορο ή πολύ επώδυνο για να το επεξεργαστεί, ο εγκέφαλος «κόβει» προσωρινά την πλήρη συναισθηματική πρόσβαση σε αυτό. Όχι για να σε απομακρύνει από τη ζωή. Αλλά για να σε προστατεύσει από αυτήν. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό που ξεκινά ως άμυνα δεν έχει πάντα ημερομηνία λήξης. Κάποιες φορές παραμένει ενεργό, ακόμη κι όταν ο κίνδυνος έχει περάσει.

Σε στιγμές έντονου στρες ή τραύματος ενεργοποιείται ένα σύνολο νευροβιολογικών μηχανισμών. Η αμυγδαλή, το «σύστημα συναγερμού» του εγκεφάλου, μπαίνει σε υπερένταση και το σώμα προετοιμάζεται για κίνδυνο. Όταν όμως δεν υπάρχει δυνατότητα ούτε για δράση ούτε για φυγή, ενεργοποιείται αυτό που στη νευροψυχολογία περιγράφεται ως freeze response. Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός δεν αντιδρά εξωτερικά, αλλά εσωτερικά μειώνει την ένταση της εμπειρίας. Παράλληλα, ο ιππόκαμπος, που οργανώνει τις μνήμες και το «πότε συνέβη τι», δυσκολεύεται να καταγράψει καθαρά όσα συμβαίνουν.

Γι’ αυτό οι αναμνήσεις από έντονα γεγονότα συχνά δεν έχουν συνοχή. Δεν μοιάζουν με ιστορία. Μοιάζουν περισσότερο με αποσπασματικές εικόνες ή με κάτι που συνέβη σε κάποιον άλλον. Και κάπου εκεί γεννιέται η αποσύνδεση, όπως την εννοούμε κλινικά: όταν αυτή η κατάσταση δεν είναι πλέον στιγμιαία, αλλά αρχίζει να επαναλαμβάνεται και να επηρεάζει τη λειτουργικότητα του ανθρώπου. Δεν σημαίνει ότι κάποιος «χάνει τον έλεγχο». Σημαίνει ότι ζει με μια σταθερή απόσταση από αυτό που συμβαίνει. Και αυτό είναι πολύ πιο ύπουλο απ’ όσο ακούγεται, γιατί δεν είναι πάντα εμφανές.

Ένας άνθρωπος μπορεί να δουλεύει, να γελάει, να μιλάει φυσιολογικά και να έχει κοινωνική ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να νιώθει σαν να βρίσκεται λίγο έξω από όλα αυτά. Σαν να συμμετέχει, χωρίς να είναι πραγματικά παρών. Σαν να βλέπει τη ζωή του μέσα από ένα λεπτό γυαλί που δεν σπάει, αλλά ούτε εξαφανίζεται. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί άνθρωποι δεν το αναγνωρίζουν. Δεν μοιάζει με «κρίση». Μοιάζει με χαρακτήρα.

Και εκεί είναι που όλοι μπερδεύονται. «Έτσι είμαι εγώ», λένε. «Πάντα ήμουν λίγο στον κόσμο μου». «Απλώς σκέφτομαι πολύ». Όμως η αποσύνδεση δεν είναι προσωπικότητα. Είναι μια νευρική προσαρμογή. Και όταν μετατρέπεται σε χρόνια κατάσταση, αρχίζει να κοστίζει. Όχι πάντα θεαματικά, αλλά αθόρυβα: στη μνήμη, στη συγκέντρωση, στη συναισθηματική σύνδεση με τους άλλους και, κυρίως, στην αίσθηση ότι πραγματικά «είσαι εδώ».

Γιατί αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο κομμάτι της αποσύνδεσης. Δεν σε βγάζει έξω από τη ζωή. Σε αφήνει μέσα της, αλλά όχι ολοκληρωτικά μέσα της. Και εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση. Το ότι κάποιος βιώνει στιγμές αποσύνδεσης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πάσχει από αποσυνδετική διαταραχή. Η καθημερινή κόπωση, το άγχος και η υπερφόρτωση μπορούν να προκαλέσουν παρόμοιες εμπειρίες. Η διαταραχή αφορά πιο σταθερά και επαναλαμβανόμενα μοτίβα, που επηρεάζουν ουσιαστικά την καθημερινότητα και συχνά συνδέονται με προηγούμενες τραυματικές εμπειρίες.

Δεν πρόκειται για μια ταμπέλα. Είναι η περιγραφή ενός τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος έμαθε να επιβιώνει. Και αυτή η οπτική αλλάζει τα πάντα. Γιατί δεν μιλάμε για μια «δυσλειτουργία» με την απλοϊκή έννοια. Μιλάμε για έναν μηχανισμό που κάποτε είχε λόγο ύπαρξης. Η μόνη διαφορά είναι ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη κι όταν δεν χρειάζεται πια.

Ίσως, τελικά, η πιο δύσκολη συνειδητοποίηση να μην είναι ότι ο άνθρωπος αποσυνδέεται. Αλλά ότι ο εγκέφαλος το κάνει αυτό ακριβώς επειδή κάποτε ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξει την πραγματικότητα. Και τότε το ερώτημα δεν είναι πώς «διορθώνεται» αυτό άμεσα. Είναι κάτι πιο ήσυχο και πολύ πιο δύσκολο: πόσο καιρό μπορείς να ζεις λίγο έξω από τη ζωή σου, πριν αρχίσεις να το θεωρείς φυσιολογικό;

Συντάκτης: Γιώργος Κατρίνης