Το soft launching ξεκίνησε σαν ένα αστείο παιχνίδι στο Instagram, αλλά πλέον έχει γίνει κάτι πολύ πιο βαθύ. Αυτό που ξεκίνησε ως trend, το να δείχνουμε δηλαδή τον σύντροφό μας μέσα από αινιγματικές φωτογραφίες (π.χ. μόνο ένα χέρι, μία σκιά), είναι πλέον ένα σύνθετο ψυχολογικό θέμα. Αν και μοιάζει με κίνηση για την προστασία της ιδιωτικότητας, στην ουσία είναι μια άμυνα. Φανερώνει την ανάγκη μας να μας προσέξουν, αλλά ταυτόχρονα και τον μεγάλο μας φόβο να αποκαλυφθούμε πλήρως.

Γιατί επιλέγουμε, όμως, να δείξουμε μόνο ένα μέρος της αλήθειάς μας; Το soft launching λειτουργεί ως ένας μηχανισμός ελέγχου του ρίσκου. Στον ψηφιακό κόσμο, η ανάρτηση μιας σχέσης ισοδυναμεί με μια επίσημη δήλωση. Αν η σχέση αποτύχει, η διαγραφή των κοινών φωτογραφιών συνοδεύεται συχνά από κοινωνική αμηχανία και την ανάγκη για εξηγήσεις.

Κρατάμε τη σχέση μας «μισοκρυμμένη» για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Αν το πράγμα δεν προχωρήσει, δεν θα υπάρχει τίποτα επίσημο στο προφίλ μας για να το δουν οι άλλοι. Αυτό δείχνει ότι φοβόμαστε να πληγωθούμε. Θέλουμε να γλιτώσουμε τη δημόσια έκθεση, αλλά έτσι αφήνουμε τη σχέση μας και τον άνθρωπό μας σε μια μόνιμη κατάσταση τεστ.

Η μεγάλη αντίφαση του soft launching βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ θέλουμε να κρυφτούμε, ταυτόχρονα επιζητούμε την προσοχή. Αν κάποιος ήθελε πραγματικά να προστατεύσει την ιδιωτικότητά του, δεν θα ανέβαζε τίποτα. Η επιλογή, όμως, να ανεβάσει μια «αινιγματική» φωτογραφία υποδηλώνει την ανάγκη για επιβεβαίωση.

Πρόκειται για μια μορφή ψηφιακού ναρκισσισμού και ελέγχου. Θέλουμε το κοινό μας να γνωρίζει ότι «κάτι συμβαίνει», να προκαλέσουμε ερωτήσεις και να δημιουργήσουμε ένα μυστήριο γύρω από τον εαυτό μας. Αυτή η ημιτελής αποκάλυψη μάς δίνει τη δύναμη: εμείς ορίζουμε τι θα φανεί και εμείς κρατάμε το «κλειδί» της πλήρους αλήθειας.

Ψυχολογικά, οι άνθρωποι που δυσκολεύονται να δεσμευτούν πλήρως ή φοβούνται την εισβολή στην προσωπική τους ελευθερία χρησιμοποιούν τα social media ως φίλτρο. Κρύβοντας τον σύντροφό τους, διατηρούν μια αίσθηση αυτονομίας.

Επιπλέον, η πρακτική αυτή αντανακλά μια ευρύτερη τάση της εποχής μας: τη δυσκολία να ζήσουμε τη στιγμή χωρίς να τη διαμεσολαβήσουμε μέσω μιας οθόνης. Ακόμη και οι πιο προσωπικές μας στιγμές γίνονται περιεχόμενο. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η διαχείριση της εικόνας της σχέσης γίνεται πιο σημαντική από την ίδια τη σχέση. Όταν αναλωνόμαστε στο πώς θα «στήσουμε» την τέλεια λήψη του χεριού του συντρόφου μας, χάνουμε την ουσιαστική σύνδεση που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή.

Το soft launching δημιουργεί επίσης μια ψευδαίσθηση τελειότητας. Επειδή οι λεπτομέρειες λείπουν, ο θεατής συμπληρώνει τα κενά με τη δική του φαντασία, υποθέτοντας ότι η σχέση είναι ιδανική. Αυτό ασκεί πίεση και στο ίδιο το ζευγάρι να ανταποκριθεί σε αυτό το αινιγματικό, αισθητικά άρτιο πρότυπο που παρουσίασε.

Η απόκρυψη της ταυτότητας του άλλου μπορεί επίσης να λειτουργήσει υποτιμητικά για τον σύντροφο που παραμένει «ανώνυμος». Τίθεται το ερώτημα: «Γιατί δεν είμαι αρκετά καλός για να εμφανιστώ ολόκληρος;». Όταν κάποιος επιλέγει να δείξει μόνο ένα χέρι, μια πλάτη ή το ρολόι του συντρόφου του, στέλνει υποσυνείδητα μηνύματα που επηρεάζουν τη δυναμική της σχέσης, κλονίζοντας την αυτοπεποίθησή του και κάνοντάς τον να νιώθει ότι δεν πληροί τα αισθητικά ή κοινωνικά κριτήρια του συντρόφου του για μια «επίσημη» ανάρτηση.

Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το soft launching δεν είναι απαραίτητα κακό, αρκεί να γίνεται με επίγνωση. Είναι θεμιτό να θέλει κανείς χρόνο πριν εκθέσει τη σχέση του στον δημόσιο διάλογο. Ωστόσο, η παγίδα κρύβεται στην υπερβολική εξάρτηση από την εικόνα.

Αν η μισή μας ζωή είναι online και η άλλη μισή είναι κρυμμένη πίσω από αινίγματα, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε τι φοβόμαστε τόσο πολύ. Η πραγματική οικειότητα δεν χρειάζεται φίλτρα ούτε στρατηγικές μάρκετινγκ. Η πρόκληση στη σύγχρονη εποχή είναι να μπορούμε να είμαστε ευάλωτοι, όχι μόνο πίσω από μια οθόνη, αλλά και στην πραγματική ζωή, χωρίς την ανάγκη να «λανσάρουμε» τον εαυτό μας σε δόσεις.

Γινόμαστε ελεύθεροι όταν σταματάμε να κρυβόμαστε πίσω από τα social media και θυμόμαστε ότι η ζωή είναι πολύ μεγαλύτερη από μια οθόνη.

 

 

 

Συντάκτης: Ελένη Σπανοπούλου