Υπάρχει κάτι πολύ ελληνικό στο να βλέπεις έναν άνθρωπο να τραγουδάει επί δεκαετίες, να έχει μεγαλώσει μαζί με γενιές ανθρώπων και, μόλις μια μέρα η φωνή του δεν υπακούσει απόλυτα, να εμφανίζονται όλοι οι ειδικοί του καναπέ για να του πουν «Μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσεις;».

Αυτή τη φορά ο πρωταγωνιστής είναι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, 76 ετών. Ένα βίντεο από συναυλία του άρχισε να κυκλοφορεί με ταχύτητα φωτιάς στο YouTube και  σε όλα τα  social media. Σε ένα από τα γνωστά τραγούδια του, όταν έφτασε στην απαιτητική «κορώνα» του ρεφρέν, η φωνή του δεν βγήκε όπως παλιά. Σκάλωσε, ξέφυγε λίγο από τη νότα και κάπως έτσι γεννήθηκε το μεγάλο διαδικτυακό ερώτημα……..μήπως πρέπει να αποσυρθεί;

Γιατί, ως γνωστόν, στα 76 πρέπει να έχεις δύο επιλογές είτε να τραγουδάς σαν να είσαι 30 είτε να μαζεύεις τα πράγματά σου και να πηγαίνεις σπίτι. Το τρίτο ενδεχόμενο, δηλαδή να είσαι 76, να τραγουδάς ζωντανά, να κουράζεσαι, να μην πιάνεις μια νότα όπως την έπιανες πριν από τριάντα χρόνια και παρ’ όλα αυτά να θέλεις να συνεχίσεις, φαίνεται να μην έχει περάσει από την επιτροπή του ελληνικού διαδικτύου.

Οι αντιδράσεις ήταν χαρακτηριστικές. «Πρέπει να σεβαστεί την υστεροφημία του», «πρέπει να αποσυρθεί», «μήπως πρέπει να ακολουθήσει τα βήματα της Χάρις Αλεξίου;». Τόσα πολλά «πρέπει», που αναρωτιέται κανείς πότε ακριβώς αποκτήσαμε όλοι δικαίωμα να αποφασίζουμε πότε τελειώνει η καριέρα κάποιου άλλου.

Η σύγκριση με τη Χάρις Αλεξίου έχει ενδιαφέρον. Η Αλεξίου επέλεξε να απομακρυνθεί από τις ζωντανές εμφανίσεις όταν η ίδια ένιωσε ότι δεν μπορούσε πλέον να τραγουδήσει όπως θα ήθελε. Και αυτό είναι απολύτως σεβαστό. Αλλά υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: το ότι ένας καλλιτέχνης αποφασίζει να σταματήσει δεν σημαίνει ότι πρέπει όλοι οι υπόλοιποι να κάνουν το ίδιο.

Και κάπου εδώ μπαίνει στη συζήτηση ο Μικ Τζάγκερ. Ο 83χρονος πλέον τραγουδιστής των Rolling Stones έχει δεχθεί την ίδια ερώτηση ξανά και ξανά τα τελευταία 20-25 χρόνια: πότε θα αποσυρθεί; Η απάντησή του, σύμφωνα με το Reader, ήρθε με χαμόγελο. Παραδέχθηκε ότι «δεν υπάρχει τίποτα ωραίο στο να μεγαλώνεις», αλλά ξεκαθάρισε πως δεν έχει πρόθεση να πάρει σύνταξη και θέλει να συνεχίσει να τραγουδάει ζωντανά και να γράφει μουσική.

Και κάπως φαντάζει σχεδόν κωμικό.

— «Πότε θα σταματήσεις;»

— «Δεν θέλω.»

— «Ναι, αλλά μεγάλωσες.»

— «Το ξέρω.»

— «Κι αν δεν τραγουδάς όπως παλιά;»

— «Θα συνεχίσω.»

Ίσως αυτή να είναι τελικά όλη η υπόθεση.

Γιατί το να μεγαλώνει ένας καλλιτέχνης δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξαφανίζεται. Ούτε ο Μπρους Σπρίνγκστιν, ούτε ο Πολ Σάιμον, ούτε ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ, ούτε ο Κώστας Χατζής έχουν σταματήσει απλώς και μόνο επειδή ο χρόνος πέρασε. Όλοι τους αποδέχθηκαν, με τον δικό τους τρόπο, το ρίσκο που έχει το να συνεχίζεις μπροστά σε κοινό που σε θυμάται νεότερο.

Γιατί υπάρχει και κάτι ακόμη που ξεχνάμε. Ο άνθρωπος που βλέπουμε σήμερα στη σκηνή δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που τραγουδούσε πριν από σαράντα χρόνια. Και δεν χρειάζεται να είναι δεν αγοράσαμε εισιτήριο για να παρακολουθήσουμε μια μηχανή αναπαραγωγής παλιών ηχογραφήσεων. Πήγαμε να δούμε έναν άνθρωπο.

Και οι άνθρωποι κουράζονται. Οι άνθρωποι μεγαλώνουν. Οι άνθρωποι κάποια στιγμή δεν πιάνουν την ίδια νότα και μερικές φορές φαλτσάρουν.

Το παράξενο, λοιπόν, δεν είναι ότι στα 76 του ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου μπορεί να μην τραγούδησε μια νότα όπως στα 30 του. Το παράξενο είναι ότι εμείς περιμένουμε από εκείνον να παραμείνει για πάντα 30, ενώ οι ίδιοι έχουμε αλλάξει πρόσωπο, σώμα, ζωή, σχέσεις και φωνή μέσα σε αυτά τα χρόνια.

Ίσως τελικά το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «πότε πρέπει να αποσυρθεί ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου;».

Είναι πολύ πιο απλό, πότε αποφασίσαμε ότι έχουμε εμείς το δικαίωμα να του το ζητήσουμε;

Αν κάποια στιγμή ο ίδιος πει «ως εδώ», θα είναι δική του απόφαση. Μέχρι τότε, ας τον αφήσουμε να τραγουδάει. Ακόμη κι αν κάποια νότα αποφασίσει να πάρει τον δικό της δρόμο.

Άλλωστε, αν περιμένουμε από τους ανθρώπους να είναι αλάνθαστοι για να συνεχίσουν να κάνουν αυτό που αγαπούν, μάλλον θα πρέπει να αρχίσουμε να αποσύρουμε και τους υπόλοιπους από τη ζωή.

Και εκεί, δυστυχώς, δεν υπάρχει ούτε ένα σωστό ρεφρέν για να μας σώσει.

Συντάκτης: Ράνια Λιάσκου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη