Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν ψυχοθεραπεία. Υπάρχουν κι εκείνοι που πηγαίνουν διακοπές για να βρουν τον εαυτό τους. Υπάρχουν και κάποιοι πιο πρακτικοί τύποι, που περιμένουν τον Αύγουστο, φοράνε ένα άνετο παπούτσι, πιάνουν θέση κάτω από το κιόσκι και αφήνονται στα χέρια ενός κλαριντζή. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, αν υπάρχει κάτι που ξέρει να ξεμπλοκάρει τον Έλληνα καλύτερα κι από δέκα συνεδρίες ψυχανάλυσης, αυτό είναι ένα καλό πανηγύρι. Η πραγματική, ατόφια και εγγυημένη ψυχοθεραπεία του Έλληνα δεν κρύβεται πάντα σε πολυτελές θέρετρο. Πολλές φορές κρύβεται σε μια πλατεία χωριού, κάτω από έναν αιωνόβιο πλάτανο, εκεί όπου η μυρωδιά από το καμένο κάρβουνο συναντά τον εκκωφαντικό soundcheck του κλαρίνου και του βιολιού.

​Η συνεδρία…του πανηγυριού ξεκινά γύρω στις 11 το βράδυ. Φτάνεις στο χωριό και το πρώτο τεστ επιβίωσης είναι η ανεύρεση τραπεζιού. Όταν τελικά καταφέρεις να καθίσεις στη λευκή, πλαστική καρέκλα , το απόλυτο σύμβολο της νεοελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς, νιώθεις μια παράξενη λύτρωση. Η πλαστική καρέκλα είναι δημοκρατική, καθώς δεν σε κρίνει αν φοράς ακριβά ρούχα ή αν είσαι με το σορτσάκι της παραλίας. Εκεί πάνω αφήνεις όλα τα deadlines, τα αδιανόητα emails της δουλειάς και τις υπαρξιακές αγωνίες του τύπου «τι κάνω με τη ζωή μου».

​Το μενού είναι λιτό, δωρικό και βαθιά θεραπευτικό: σουβλάκια, πατάτες τηγανητές που κολυμπούν στο λάδι (όπως ακριβώς επιβάλλει η παράδοση), μπύρες σε κουτάκι και η κλασική χωριάτικη που πάντα κάπως καταφέρνει να έχει τη νοστιμότερη ντομάτα που έχεις φάει ποτέ. Και φυσικά το επιδόρπιο…λουκουμάδες με μέλι! Η γαστρονομική αυτή απλότητα προετοιμάζει το έδαφος για το βαρύ πυροβολικό που ακολουθεί.

​Γύρω στις 12, η ορχήστρα παίρνει θέση. Και τότε ακούγεται η πρώτη νότα. Υπάρχει κάτι επιστημονικά ανεξήγητο στον τρόπο που η συχνότητα του κλαρίνου διαπερνά το νευρικό σύστημα του Έλληνα. Είναι σαν να πατάει ένα κρυφό κουμπί συλλογικού ενστίκτου. Το κλαρίνο εχει τη μαγική ιδιότητα όχι να παίζει απλώς μουσική αλλά κυρίως να κλαίει, να γελάει, να βρίζει, να ερωτεύεται και να εκδικείται. Είναι ο μόνος ήχος που μπορεί να σε κάνει να βουρκώσεις για έναν έρωτα που δεν έζησες ποτέ, ενώ ταυτόχρονα σου έρχεται η διάθεση να ανέβεις πάνω στο τραπέζι. Στην αρχή κοιτάζεις γύρω σου λίγο διστακτικά. «Εγώ είμαι παιδί της πόλης, δεν τα μπορώ αυτά», λες από μέσα σου. Μέχρι που το κλαρίνο πιάνει ένα βαρύ ηπειρώτικο ή έναν τρελό νησιώτικο ρυθμό, και ξαφνικά βρίσκεσαι να χτυπάς το πόδι σου ρυθμικά στο τσιμέντο.

​Η πραγματική μαγεία, όμως, ξεκινά όταν ο κόσμος σηκώνεται για χορό. Στον κύκλο του πανηγυριού καταργείται κάθε κοινωνική διαφορά. Δίπλα σου χορεύει ο 18χρονος με τους 10.000 followers στο TikTok, η 80χρονη γιαγιά που ξαφνικά αποκτά ευλυγισία αιλουροειδούς, ο κυριλέ τύπος από την Αθήνα με το λινό πουκάμισο (το οποίο σε μισή ώρα θα είναι μούσκεμα) και ο ντόπιος  που οδηγεί τον χορό με φιγούρες που θα ζήλευε ο Μπαρίσνικοφ. ​Όλοι πιάνονται από τα χέρια και σχηματίζουν πολλους ομοκεντρους κύκλους. Εκείνος ο κύκλος είναι η μεγαλύτερη θεραπευτική αγκαλιά του καλοκαιριού. Χορεύεις με αγνώστους, πατάς τα πόδια τους, σου πατούν τα δικά σου, ανταλλάσσετε χαμόγελα, συντονίζετε την αναπνοή σας. Τα προβλήματα που σε βάρυναν όλο τον χρόνο εξατμίζονται μέσα στον ιδρώτα και τη σκόνη που σηκώνουν τα βήματα. Είναι η απόλυτη κάθαρση.

​Όταν η ώρα πάει 6 το πρωί, ο ήλιος αρχίζει να σκάει πίσω από τα βουνά, τα παιδάκια κοιμούνται πανω στις λευκές, πλαστικές καρέκλες και η φωνή του τραγουδιστή έχει γίνει πιο βραχνή , συμβαίνει το αποκορύφωμα. «Όταν χαράζει στο Αιγαίο είναι όμορφα σου λέω» αρχίζει να τραγουδάει και οι εναπομείναντες θαμώνες τραγουδούν με πάθος μαζί του. Η κούραση έχει εξαφανιστεί και το μόνο που μένει είναι μια γλυκιά, μελωδική ζάλη.

​Φεύγεις από το πανηγύρι με τα ρούχα σου να μυρίζουν καπνό, τα αυτιά σου να βουίζουν και τα πόδια σου να πονούν. Κι όμως, νιώθεις πιο ανάλαφρος από ποτέ. Χωρίς να ξοδέψεις μια περιουσία, κατάφερες να βγάλεις από πάνω σου όλα τα απωθημένα της χρονιάς.

​Τα πανηγύρια είναι το αντίδοτο στην αποξένωση της καθημερινότητάς μας. Είναι η υπενθύμιση ότι ανήκουμε ακόμα σε μια ομάδα, ότι μπορούμε να μοιραζόμαστε τη χαρά και τον πόνο μας απλά, λαϊκά και αυθεντικά. Είναι μια μικρή συλλογική υπενθύμιση πως η ζωή δεν χρειάζεται πάντα να βγάζει νόημα για να αξίζει. Μερικές φορές αρκεί να έχει ρυθμό.

Και ίσως γι’ αυτό, όταν τελειώνει το καλοκαίρι, δεν μας λείπουν μόνο οι διακοπές. Μας λείπει εκείνη η εκδοχή του εαυτού μας που εμφανίστηκε για λίγες ώρες κάτω από τα φώτα μιας πλατείας. Πιο αυθόρμητη, πιο χαλαρή, λίγο πιο ιδρωμένη, αλλά σίγουρα πιο ευτυχισμένη. Γιατί τα προβλήματα δεν μπορούμε να τα λύσουμε πάντα…τουλάχιστον ας τα χορέψουμε.

 

Συντάκτης: Κατερίνα Γεωργίου