Υπάρχουν κάποιες πόλεις που τις επιλέγεις για το πτυχίο και άλλες που σε επιλέγουν εκείνες για να σου αλλάξουν τη ζωή. Το Ρέθυμνο ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Αν είχες την τύχη να περάσεις τα φοιτητικά σου χρόνια σε αυτό το παραθαλάσσιο σκηνικό της Κρήτης, τότε ξέρεις πολύ καλά πως η λέξη «φοιτητής» εκεί αποκτά μια εντελώς δική της, μαγική διάσταση.
Το πρώτο σοκ: «Μακριά, στο νησί;»
Η ιστορία σχεδόν όλων μας ξεκινάει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: με δάκρυα. Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα των πανελληνίων και είδες «Πανεπιστήμιο Κρήτης – Ρέθυμνο», το πρώτο συναίσθημα δεν ήταν ενθουσιασμός, αλλά πανικός και ακολούθησε κλάμα γοερό. Στο μυαλό σου όλα θα ήταν δύσκολα σε αυτήν την πόλη. Γιατί σου φαινόταν απίστευτα μακριά, γιατί σκεφτόσουν τα πλοία, τα αεροπλάνα, την απομόνωση του νησιού και το γεγονός ότι δε θα μπορείς να πετάγεσαι στο πατρικό σου ένα Σαββατοκύριακο για να σου πλύνει η μαμά τα ρούχα.
Φτάνεις, λοιπόν, στο λιμάνι με μια βαλίτσα γεμάτη άγχος, σκεπτόμενος πώς θα επιβιώσεις σε αυτόν τον «ξένο» τόπο, και οι γονείς σου, εκεί δίπλα σου, να προσπαθούν να σε κάνουν να χαρείς με την επιτυχία σου, ακόμα και αν είναι μακριά. Πού να ήξερες, όμως, τι σε περίμενε.
Το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις γρήγορα στο Ρέθυμνο είναι ότι τα μέσα μαζικής μεταφοράς σού χρειάζονταν μόνο για να ανέβεις στον Γάλλο —σε εκείνο το πανεπιστήμιο που, παρά την ανηφόρα και το μόνιμο αγιάζι του, είχε την πιο όμορφη θέα στο Κρητικό πέλαγος. Για όλα τα άλλα, τα παπούτσια σου ήταν ο μοναδικός σου σύμμαχος, καθώς η πόλη είναι φτιαγμένη για να την περπατάς. Από τα στενά της Παλιάς Πόλης μέχρι την παραλιακή με τους φοίνικες, κάθε διαδρομή ήταν μια ευκαιρία να συναντήσεις γνωστούς. Εκεί η απόσταση από το σπίτι σου μέχρι τον «Άγνωστο» ή το λιμάνι ήταν υπόθεση μερικών λεπτών. Και το πιο όμορφο; Δεν ένιωσες ποτέ φόβο. Η ασφάλεια που σου πρόσφερε αυτός ο τόπος ήταν πρωτόγνωρη. Μπορούσες να γυρίσεις μόνος σου, ξημερώματα, χαμένος μες στα σοκάκια, και το μόνο που σε ένοιαζε ήταν αν θα βρεις ανοιχτό φούρνο για μια ζεστή τυρόπιτα.
Αν κάτι χαρακτηρίζει το Ρέθυμνο, αυτό είναι η αυθεντική κρητική φιλοξενία, που γρήγορα έγινε η δική μας καθημερινότητα. Οι ντόπιοι δε σε έβλεπαν σαν «περαστικό φοιτητή» που ήρθε να αφήσει τα χρήματά του, αλλά σαν δικό τους παιδί. Από τον ιδιοκτήτη του μπακάλικου της γειτονιάς, που σου χάριζε μια γραβιέρα, μέχρι τον σερβιτόρο στο ρακάδικο, που σου έφερνε «κερασμένη» την επόμενη καράφα, η ζεστασιά ήταν παντού.
Αυτή η φιλοξενία μάς μπόλιασε και κατάφερε να μας κάνει όλους μια παρέα. Στο Ρέθυμνο δεν υπήρχαν κλίκες και στεγανά. Στο ίδιο τραπέζι κάθονταν πρωτοετείς με «αιώνιους», Κρητικοί με παιδιά από την άλλη άκρη της Ελλάδας. Γινόμασταν ένα, γιατί μοιραζόμασταν την ίδια ακριβώς ανάγκη: να ζήσουμε τη ζωή μας στο έπακρο.

Επιπλέον, η φοιτητική ζωή εκεί είχε τον δικό της, αναπάντεχο ρυθμό. Το πλάνο της ημέρας δεν τηρούνταν ποτέ —και ευτυχώς. Ξεκινούσες το μεσημέρι για έναν «γρήγορο» καφέ στην παραλία, με την υπόσχεση στον εαυτό σου ότι θα γυρίσεις νωρίς για διάβασμα. Όμως, το Ρέθυμνο είχε άλλα σχέδια για σένα. Ο καφές γινόταν μεζεδάκια και ρακή, η ρακή έφερνε γέλια και εξομολογήσεις και ξαφνικά η νύχτα είχε πέσει για τα καλά. Και πού κατέληγαν όλα αυτά; Η πυξίδα έδειχνε πάντα προς το Αερικό. Ένα μικρό μπαράκι σε ένα στενό στην Παλιά Πόλη, όπου το χαλαρό ποτό κατέληγε πάντα σε γλέντια ως τα ξημερώματα. Με τη μουσική να μας ξεσηκώνει, τα σφηνάκια να πηγαινοέρχονται και τα χέρια να υψώνονται στον αέρα. Πόσα βράδια δεν ξημερώσαμε εκεί μέσα, χορεύοντας και τραγουδώντας, ξεχνώντας εξεταστικές, σκοτούρες και υποχρεώσεις; Εκεί, στο Αερικό, γράφτηκαν οι πιο όμορφες, «θολές» αναμνήσεις μας.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία με αυτή την πόλη είναι ότι ο κύκλος της κλείνει ακριβώς όπως άνοιξε: με δάκρυα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν κλαις επειδή ήρθες, κλαις με λυγμούς επειδή πρέπει να φύγεις. Όταν έρχεται η ώρα να πακετάρεις τη ζωή σου σε κούτες, συνειδητοποιείς ότι δεν θέλεις με τίποτα να αποχωριστείς το «Ρεθεμνάκι» σου. Αυτό το μέρος που σε άλλαξε, που σε ενηλικίωσε, που έγινε ο δικός σου παράδεισος. Κοιτάζεις το άδειο δωμάτιο και νιώθεις ένα σφίξιμο στο στομάχι, γιατί ξέρεις ότι η ανεμελιά εκείνων των χρόνων δεν αγοράζεται και δεν επαναλαμβάνεται.
Όπου κι αν μας έβγαλε η ζωή μετά, όσο σοβαροί επαγγελματίες κι αν γίναμε, μέσα μας παραμένουμε εκείνοι οι τύποι που περπατούσαν με τα πόδια μέσα στη βροχή, που γίνονταν αδέρφια με αγνώστους πάνω από ένα καραφάκι ρακή και που άφηναν την ψυχή τους στα σφηνάκια του Αερικού. Γιατί στο Ρέθυμνο κλαις δύο φορές: μία όταν μαθαίνεις ότι πας και μία όταν έρχεται η ώρα να το αποχαιρετήσεις. Και όποιος σπούδασε εκεί ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει αυτό.
