Ο Δημήτρης Κόκοτας έφυγε στις 25 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 57 ετών, μετά τη μακρά νοσηλεία του από το σοβαρό καρδιακό επεισόδιο και την ανακοπή που υπέστη στις 28 Μαρτίου 2024, κατά τη διάρκεια πρόβας για το J2US.

Και θα ήθελα αυτό το αφιέρωμα να μοιάζει, ξέρετε, με εκείνο το βράδυ που κάποιος βάζει ένα παλιό CD στο αυτοκίνητο, ανεβαίνει η ένταση και ξαφνικά είσαι πάλι 17, 18, 20 χρονών. Με τα ρούχα εκείνης της εποχής, τα πρώτα ξενύχτια, τα κινητά που δεν είχαν γίνει ακόμη προέκταση του χεριού μας και εκείνη την αθωότητα που δεν καταλαβαίναμε ότι τελικά ήταν αθωότητα, μέχρι εν τέλει να τη χάσουμε με το πέρασμα των χρόνων.

Πιστεύω πως κάποιοι καλλιτέχνες δε φεύγουν ποτέ πραγματικά. Υπάρχουν άνθρωποι που τους γνωρίζεις, υπάρχουν άνθρωποι που τους θαυμάζεις και υπάρχουν και άνθρωποι που, χωρίς να το καταλάβουν ποτέ, γίνονται το soundtrack της ζωής σου. Ε, ο Δημήτρης Κόκοτας ήταν ένας από αυτούς. Γιατί, ακούγοντας για τον θάνατό του, νιώθω εκείνη τη θλίψη που δεν αφορά μόνο έναν άνθρωπο που μπορεί να μην γνώρισα προσωπικά, αλλά αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο: αφορά μια εποχή. Τη δική μας εποχή ως γενιά.

Εμείς οι millennials μεγαλώσαμε με τραγούδια που δεν ήταν απλώς τραγούδια. Ήταν ημερομηνίες, πρόσωπα, καλοκαίρια, χωρισμοί και ξενύχτια του τύπου «θα βγούμε μόνο για ένα ποτό», που κατέληγαν στις έξι το πρωί με αυτά τα αυθεντικά γέλια και μια παρέα αγκαλιά. Και κάπου μέσα σε όλα αυτά υπήρχε και ο Δημήτρης Κόκοτας. «Διαδόσεις», «Αυτά τα χείλια», «Άντε γεια μας», «Κι αν σ’ αγαπώ», τίτλοι που σήμερα μοιάζουν σχεδόν σαν κομμάτια μιας πρότασης που γράφτηκε μόνη της για να μας αποχαιρετήσει. Γιατί κάπου ανάμεσα στις «Διαδόσεις», στη «Συνείδηση» και στην «Αχαριστία» μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά.

Ο πρώτος του δίσκος, «Διαδόσεις», κυκλοφόρησε το 1994 και έγινε αμέσως χρυσός. Ακολούθησε η «Συνείδηση» το 1995, που έγινε πλατινένια, και μετά η «Αχαριστία», που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της πορείας του.

Και εμείς όλα αυτά όχι απλώς τα ακούσαμε, αλλά τα χιλιοτραγουδήσαμε. Σε κασέτες, σε CD, στα ραδιόφωνα, στα μαγαζιά, στα αυτοκίνητα, σε εκείνα τα πάρτι που κάποιος έπρεπε πάντα να έχει το «σωστό» CD, γιατί τότε δεν υπήρχε Spotify να σε σώσει αν κάτι πήγαινε στραβά.

Και όταν έμπαινε εκείνο το «Γιατί με τυραννάς», κάποιος είχε ήδη σηκώσει το ποτήρι με νόημα. Και όταν ακολουθούσε το «Κι άσε να λένε αυτοί», όλοι ξέραμε μεταξύ μας ακριβώς τι εννοούσαμε και για ποιους. Όταν ακουγόταν, δε, το «Πολύ καλή για να ’σαι αληθινή», υπήρχε πάντα κάποιος που κοιτούσε συγκεκριμένα κάποιον άλλον, με τους υπόλοιπους να χασκογελούν παραδίπλα.

Δεν χρειαζόμασταν εξηγήσεις. Τα τραγούδια τα έκαναν όλα. Αυτό κάνει, εξάλλου, η μουσική όταν περάσουν αρκετά χρόνια. Σταματάει να είναι μουσική και γίνεται μνήμη.

Και ξαφνικά μεγαλώσαμε. Και αυτό είναι ίσως που πονάει λίγο περισσότερο σήμερα, όχι μόνο επειδή έφυγε ο Δημήτρης Κόκοτας, αλλά επειδή μαζί του καταλαβαίνουμε ξανά πως οι άνθρωποι που έφτιαξαν την εφηβεία μας αρχίζουν να φεύγουν ένας-ένας.

Και κάπου εδώ η γενιά μας παθαίνει ένα μικρό υπαρξιακό σοκ, γιατί εμείς νομίζαμε ότι είμαστε ακόμη εκεί. Νομίζαμε ότι οι γονείς μας είναι οι μεγάλοι και εμείς, ξέρετε, είμαστε κάπου στη μέση.

Εμείς είμαστε τα παιδιά που μεγάλωσαν με MTV, MSN, Nokia, φωτογραφικές μηχανές με φλας και φιλμ και μηνύματα που κόστιζαν χρήματα. Μόνο που ξαφνικά οι άνθρωποι που τραγουδούσαμε στα εφηβικά μας «νιάτα» δεν είναι πια «νέοι τραγουδιστές» και εμείς δεν είμαστε πια παιδιά που γεμίζαμε τους τοίχους των δωματίων μας με γιγαντοαφίσες.

Και αυτό κάπως πονάει λίγο περισσότερο από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Γιατί κάθε φορά που φεύγει ένας από εκείνους, δεν χάνουμε μόνο εκείνον. Χάνουμε ένα κομμάτι της εκδοχής του εαυτού μας που υπήρχε όταν τον ακούγαμε.

Εκείνη τη Φραγκούλα των 18, εκείνον τον Παναγιώτη των 22, εκείνη την παρέα που τώρα έχει σκορπίσει. Εκείνον τον έρωτα που δεν θυμάσαι καν πώς τελείωσε, αλλά θυμάσαι ποιο τραγούδι έπαιζε τότε.

Και ίσως «Για μένα» αυτή να είναι η ομορφιά ενός τραγουδιστή: να μην ξέρει πόσες ζωές έχει ακουμπήσει. Και ο Δημήτρης Κόκοτας δεν γνώριζε ποιοι άνθρωποι ερωτεύτηκαν με τη φωνή του, δεν γνώριζε ποιος έκλαψε με τα τραγούδια του και ποιος χόρεψε, αντίστοιχα, με αυτά. Ποιος πήρε το αυτοκίνητο στις δύο το πρωί και έφυγε χωρίς προορισμό και ποιος είπε «αυτό το τραγούδι είναι για μένα». Δεν γνώριζε ότι, χρόνια αργότερα, θα βάζαμε ένα τραγούδι του και θα επιστρέφαμε για τρία λεπτά σε μια ζωή που δεν υπάρχει πια. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο δώρο ενός καλλιτέχνη. Να σου δίνει πίσω ανθρώπους και στιγμές που έχεις χάσει.

Δεν είμαστε καλοί, λοιπόν, στους αποχαιρετισμούς, ειδικά όταν ο άνθρωπος που φεύγει κουβαλάει μαζί του μια εποχή ολόκληρη. Και γι’ αυτό, σε αυτό το άρθρο, δεν θα τονίσω τον θάνατο, αλλά θα θυμηθώ τη ζωή, τη φωνή, τα τραγούδια, τα ξενύχτια και τη γενιά μας που τραγουδούσε χωρίς να τραβάει βίντεο για να το ανεβάσει κάπου. Τότε που η στιγμή ήταν απλώς στιγμή και δεν χρειαζόταν να γίνει story. Και ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο πράγμα: εμείς σήμερα έχουμε εκατομμύρια φωτογραφίες από τη ζωή μας και λιγότερες αναμνήσεις από ό,τι τότε. Γιατί τότε ζούσαμε περισσότερο μέσα στη στιγμή και τα τραγούδια του Κόκοτα ήταν εκεί.

Κάποιοι άνθρωποι, λοιπόν, φεύγουν, οι φωνές τους όμως όχι. Μένουν σε ένα ραδιόφωνο, σε ένα παλιό CD, σε μια playlist που δεν τολμάς να ανοίξεις συχνά και σε μια παρέα που θα αρχίσει ξαφνικά να τραγουδάει έναν στίχο και όλοι θα ξέρουν τη συνέχεια.

Και σιγά-σιγά αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι ορφανεύουμε λίγο-λίγο. Φεύγουν οι τραγουδιστές μας, οι ηθοποιοί μας, οι άνθρωποι που βλέπαμε στην τηλεόραση όταν γυρίζαμε από το σχολείο και οι φωνές που υπήρχαν πριν αποκτήσουμε δική μας φωνή.

Και κάθε φορά που φεύγει ένας από αυτούς, είναι σαν να κλείνει ένα ακόμη δωμάτιο μέσα στο σπίτι της μνήμης μας.

Όμως, να σας πω κάτι; Κάποια δωμάτια δεν χρειάζεται να τα κλειδώσουμε. Μπορούμε να μπούμε, να βάλουμε μουσική, να ανοίξουμε ένα παλιό τραγούδι, να χαμογελάσουμε, να πονέσουμε και να τραγουδήσουμε.

Γιατί, τελικά, «Άντε γεια μας» δεν σημαίνει μόνο αντίο. Σημαίνει «στην υγειά» εκείνων που μας έκαναν παρέα όταν ακόμη δεν ξέραμε πόσο γρήγορα περνάει η ζωή.

Κι αν σήμερα κάποιος βάλει δυνατά τον Δημήτρη Κόκοτα στο αυτοκίνητο και τραγουδήσει μαζί του, τότε δεν έφυγε εντελώς. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, όσο υπάρχουν στόματα που τραγουδούν και όσο υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που θα ακούσει το «Κι αν σ’ αγαπώ» και θα γυρίσει λίγο πίσω στον χρόνο, οι άνθρωποι που μας μεγάλωσαν δεν πεθαίνουν ακριβώς. Απλώς γίνονται τραγούδια και παίζουν «Για πάντα».

ΥΓ. Καλό ταξίδι στο Φως, Δημήτρη Κόκοτα!

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου