Μπορεί η Ισλανδία να απάντησε αρνητικά, τελικά, στο δημοψήφισμα του Αυγούστου για εκ νέου ενεργοποίηση ή όχι των διαπραγματεύσεων για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, φαίνεται όμως ότι η γηραιά ήπειρος τελευταία αποτελεί πόλο έλξης για ένα άλλο κράτος, αυτή τη φορά, μη ευρωπαϊκό.
Ο λόγος για τον Καναδά, τη γείτονα χώρα των ΗΠΑ, που όμως πολιτικά και διπλωματικά έχει κάθε λόγο να απομακρύνεται από αυτές.
Σε δημοσκοπήσεις που έχουν λάβει χώρα τα έτη 2025 και 2026, το ποσοστό υπέρ της ένταξης γίνεται όλο και μεγαλύτερο (έως και 57% έναντι 31%) και φαίνεται ότι με όποιον τρόπο και αν τεθεί η ερώτηση, οι Καναδοί πολίτες μπορούν να φανταστούν την πλήρη συμμετοχή τους σε μια κοινή ευρωπαϊκή πορεία. Μιλάμε κυρίως για τους ανήκοντες στη φιλελεύθερη παράταξη, καθώς οι προερχόμενοι από συντηρητικά στρώματα ακόμα είναι έντονα ευρωσκεπτικιστές.
Ο βασικός παράγοντας που γεννά τον έρωτα της Οττάβα προς τις Βρυξέλλες είναι – όπως και στην περίπτωση της Ισλανδίας – ο Πρόεδρος Τραμπ. Η επιθετική ρητορική του και οι εντάσεις με συμμάχους έχουν ενισχύσει την αίσθηση αβεβαιότητας στον Καναδά, οδηγώντας μέρος της κοινής γνώμης να αναζητά εναλλακτικά γεωπολιτικά και οικονομικά στηρίγματα εκτός των ΗΠΑ. Το κερασάκι στην τούρτα της αμερικανικής επεκτατικής πολιτικής είναι η απειλή Τραμπ ότι θα κάνει τον Καναδά την 51η πολιτεία του κράτους του όπως και η αλαζονική δήλωσή του: «Δεν χρειαζόμαστε τον Καναδά. Ο Καναδάς μας χρειάζεται!»
Ο Καναδάς, λοιπόν, ψάχνει τρόπους ώστε να μην επιβεβαιώσει τον Πρόεδρο. Αναζητά τη συμμαχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ήδη έχουν γίνει τα εξής βήματα: υπογραφή Σύμπραξης ΕΕ – Καναδά για την Ασφάλεια και την Άμυνα και ένταξη του Kαναδά στο SAFE, το αμυντικό χρηματοδοτικό πρόγραμμα της ΕΕ (πρωτοφανές για μη ευρωπαϊκή χώρα). Επιπλέον ως προς την αναβάθμιση του στρατιωτικού εξόπλισμού του ο Καναδάς έχει επιλέξει να αγοράσει από ευρωπαϊκές χώρες (από τη Γερμανία υποβρύχια και από τη Σουηδία μαχητικά αεροσκάφη) και όχι από τις ΗΠΑ.
Η γείτονας χώρα λοιπόν επιθυμεί να αποκτήσει αυτονομία από τις ΗΠΑ και πρόσβαση σε ευρύτερες αγορές, όπως οι ευρωπαϊκές. Αρχής γενομένης από τις οικονομικές και αμυντικές συμμαχίες, μια προσέγγιση τέτοια θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα και στον χώρο του εμπορίου αλλά και στη διευθέτηση άλλων ζητημάτων που ταλανίζουν το διεθνές γίγνεσθαι, όπως είναι π.χ. η κλιματική κρίση.
Πάντα εξάλλου, ο Καναδάς ήταν «η πιο ευρωπαϊκή μη ευρωπαϊκή χώρα», όπως έχει πει και ο ίδιος ο Κάρνεϊ. Αυτός είναι σίγουρα ένας λόγος που δεν θέλει μόνο αυτός να προσεγγίσει την Ευρώπη αλλά και η ίδια η Ευρώπη έχει προχωρήσει σε αυτό το υπερατλαντικό φλερτ. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα tovima.gr, o Καναδάς, ως μια πραγματική ενεργειακή υπερδύναμη που διαθέτει πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ουράνιο και υδρογόνο και τεράστια αποθέματα κρίσιμων πρώτων υλών (λίθιο, γραφίτη και νικέλιο) μπορεί να αποτελέσει μια απέραντη δεξαμενή για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Με τη σειρά της η Ευρώπη θα επιτύχει την πράσινη μετάβαση και θα μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα.
Γι’ αυτό, εξάλλου, τον λόγο έχουν επιστρατευτεί και τα παιχνίδια εντυπώσεων, αλλά και οι διπλωματικοί ελιγμοί. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολιτικό επίπεδο, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, κάλεσε τον Κάρνεϊ να παρευρεθεί ως επίτιμος προσκεκλημένος στην ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης στο Στρασβούργο στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, καθιστώντας τον τον πρώτο ξένο ηγέτη στην ιστορία που λαμβάνει τέτοια πρόσκληση.
Αν σταματούσαμε, εδώ, σίγουρα, θα λέγαμε ότι τα γεωπολιτικά παιχνίδια και η προσπάθεια εξισορρόπησης των αντιμαχόμενων δυνάμεων νικούν τη γεωγραφία. Δεν είναι έτσι όμως.
Η γεωγραφία έρχεται ως ανυπέρβλητο εμπόδιο να μας θυμίσει ότι δεν μπορεί να γίνει η ένταξη χωρίς να παραβιαστεί το Άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο ορίζει ρητά ότι δυνατότητα υποβολής αίτησης ένταξης έχει μόνο «κάθε ευρωπαϊκό κράτος».
Επιπλέον, αρνητικά λειτουργεί το γεγονός ότι μέχρι τώρα 10 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ δεν έχουν ακόμα επικυρώσει την υπάρχουσα εμπορική συμφωνία (CETA) με τον Καναδά, συνεπώς αυτό ισοδυναμεί με μη αναγνώριση εκ μέρους τους κάποιας προοπτικής συνύπαρξης Ευρώπης και μη Ευρώπης.
Τέλος, για να είμαστε ρεαλιστές, εάν ο Καναδάς προσχωρούσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ήταν αυτός πλέον ο επιθετικός παίκτης στον αγώνα με τις ΗΠΑ, αφού αναγκαστικά θα υιοθετούσε την Κοινή Εμπορική Πολιτική της Ένωσης κλείνοντας τα ελεύθερα εμπορικά σύνορα με την Ουάσιγκτον, με σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία του και στη χερσαία εφοδιαστική του αλυσίδα. Κάτι τέτοιο σήμερα δεν ισχύει καθώς ο Καναδάς έχει ελεύθερο εμπόριο με την ΕΕ, χωρίς να θίγεται η σχέση του με τις ΗΠΑ, στις οποίες κατευθύνεται το 70% των εξαγωγών του.
Αυτό που φαίνεται να συμφέρει και τις δύο πλευρές να γίνει είναι μία προσέγγιση τύπου Νορβηγίας, Ισλανδίας και Λιχτενστάιν, δηλαδή ενιαίο όραμα μόνο στον οικονομικό χώρο. Όλα πρέπει να ληφθούν υπόψιν και να συζητηθούν εν όψει και της Συνόδου Κορυφής ΕΕ- Καναδά, στον απόηχο των δηλωμένων σχεδίων Τραμπ να μετονομάσει τη λίμνη Οντάριο σε «Λίμνη της Αμερικής» αλλά και με πυξίδα – από την άλλη πλευρά – ένα αξίωμα στην επιστήμη της διπλωματίας, που θύμισε πρόσφατα στην εφημερίδα «Το Βήμα» η διακεκριμένη καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο (EUI) της Φλωρεντίας, Καλυψώ Νικολαΐδη. «Αν δεν μπορείς να αλλάξεις τον γείτονά σου γεωγραφικά, άλλαξέ τον θεσμικά». Ο Καναδάς δεν μπορεί να αποκτήσει νέους γείτονες εξαφανίζοντας τον Ατλαντικό, σίγουρα όμως μπορεί επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τους ήδη υπάρχοντες υψώνοντας διπλωματικούς ωκεανούς στα σύνορά του.
Πηγή κεντρικής εικόνας: ERT news
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
