Οι millennials είναι η γενιά που δημογραφικά κυμαίνεται μεταξύ των ανθρώπων που γεννήθηκαν από το 1981 ως το 1996. Σε αυτήν την γενιά ανήκω και εγώ και θα μπορούσα κάλλιστα να μας χαρακτηρίσω και ως transformers κληροδοτημένων τραυμάτων. Αν όμως προσπαθούσα να συνοψίσω το κεντρικό τραύμα της γενιάς των Millennials σε μια μόνο πρόταση, ίσως φαντάζομαι πως θα ήταν αυτή: Δεν μας επιτρέπεται να υπάρχουμε σε αυτήν την κοινωνία χωρίς να αξίζουμε.

Και θα αναρωτηθείτε άραγε τι να σημαίνει τώρα αυτό; Μα έπρεπε να είμαστε πάντοτε καλοί μαθητές, μετά καλοί φοιτητές και έπειτα να βρούμε μια «καλή δουλειά» ώστε να εξελιχθούμε και φυσικά να βγάζουμε χρήματα. Παράλληλα να διαλέξουμε για σύντροφο ένα «καλό παιδί» ώστε να κάνουμε μια σωστή οικογένεια. Ταυτόχρονα να ταξιδεύουμε, να προσέχουμε το σώμα μας, να έχουμε ενδιαφέροντα και εννοείται να είμαστε και ψυχικά υγιείς γιατί από πού κι ως που υπάρχει χρόνος και δικαίωμα για αστάθεια, θλίψη, ανασφάλεια, άγνοια και άρνηση των ρυθμών ζωής που μας είχαν μάθει. Όμως επειδή τα πράγματα εξελίχθηκαν μας δόθηκε έτσι και ένα ψιχουλάκι δικαιώματος να μπορούμε μέσα σε όλα αυτά εν τέλει να κάνουμε και λίγο therapy. Το bonus δε, αν γίνεται να στριμώξουμε κάπου και το προσωπικό μας brand, τότε τα credits ανεβαίνουν.

Ε και κάπου λοιπόν ανάμεσα στο «τι κάνεις στη ζωή σου;» και στο «που δουλεύεις;» ξεχάσαμε μια πολύ βασική ερώτηση: ΠΩΣ ΕΙΣΑΙ; Όχι τι κατάφερες, όχι πόσα βγάζεις, όχι πόσους followers έχεις αλλά αυτό το λιτό μα τόσο περιεκτικό, “πώς είσαι”.

Γιατί μεγαλώσαμε με την αίσθηση ότι η ύπαρξή μας χρειάζεται διαρκώς απόδειξη. Και το ότι γίναμε εν τέλει «αποδεικτικοί» προσωπικά για εμένα, πιστεύω ότι είναι από τις πιο βαθιές πληγές της γενιάς μας. Η υπόσχεση σε όλα ήταν πάντοτε «αν προσπαθήσεις, θα τα καταφέρεις», μα κανείς δεν συνειδητοποίησε πως οι Millennials μεγάλωσαν σε μια περίεργη ιστορική μετάβαση. Το αφήγημα που μεγαλώσαμε περιλάμβανε αποκλειστικά την προσπάθεια: διάβασε, σπούδασε, δούλεψε, προσπάθησε και θα ανταμειφθείς.

Κι εμείς αυτό το πιστέψαμε.

Μέχρι που τελικά ήρθε η οικονομική κρίση και μας βρήκε κάπου ανάμεσα στο πτυχίο και στην πραγματική ζωή. Με πτυχία στα χέρια και αβεβαιότητα στην τσέπη. Με την πρώτη δουλειά να μην είναι απαραίτητα δουλειά, αλλά λύση έκτακτης ανάγκης. Με το «θα ξεκινήσεις από χαμηλά» να μεταφράζεται πολλές φορές σε «θα δουλεύεις πολύ και θα πληρώνεσαι λίγο, γιατί ακόμα μαθαίνεις, μην πάρουν και τα μυαλά σου αέρα».

Και κάπως έτσι αναδύθηκε και η πρώτη μεγάλη κρίση: Η κρίση του «μήπως τελικά είμαι ανίκανος;»
Γιατί όταν σου έχουν μάθει ότι η προσπάθεια οδηγεί στην επιτυχία, κάποια στιγμή αρχίζεις και αναρωτιέσαι πως, «αν προσπαθώ τόσο και δεν τα καταφέρνω, μήπως τελικά το πρόβλημα είμαι εγώ;»
Γιατί μάντεψε: Δεν έχεις δουλειά; Τότε λυπάμαι αλλά δεν προσπάθησες αρκετά.

Δεν έχεις ακόμη χρήματα; Ε συγνώμη, αλλά δεν διαχειρίζεσαι σωστά την ζωή σου.

Δεν έχεις καταφέρει ακόμη να αγοράσεις το δικό σου σπίτι; Μα αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις κάνει τις σωστές επιλογές.

Δεν έχεις φτάσει εκεί που φανταζόσουν στα 35; Ρε, μήπως άργησες πολύ;

Και έτσι, ένα ολόκληρο κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα μεταφέρεται ύπουλα μέσα στο κεφάλι ενός ανθρώπου ως προσωπική αποτυχία. Και σου λένε, πως όχι δεν απέτυχε η συνθήκη, ΑΠΕΤΥΧΕΣ ΕΣΥ. Κι αυτή σίγουρα είναι μια πολύ βολική ιστορία για να πιστέψει μια ολόκληρη κοινωνία. Γιατί ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του ανεπαρκή δεν ζητάει εύκολα περισσότερα. Δεν διαμαρτύρεται και βέβαια, προσπαθεί και περισσότερο.

Έτσι εκεί ανάμεσα σε όλα αυτά, ήρθε να προστεθεί και η κρίση της αξίας. Γιατί όταν τελειώσει το «είμαι αρκετά ικανός;», εμφανίζεται το επόμενο τέρας : «Είμαι τώρα και αρκετά σημαντικός;» Εδώ βέβαια τον ρόλο τον μεγάλο τον έχουν παίξει και τα social media. Ξαφνικά η ζωή μας απέκτησε μετρητές. Likes, views, followers, προβολές, σχόλια, προαγωγές, μισθοί, σφραγίδες στα διαβατήρια, σώματα, σχέσεις, όλα μπορούν να συγκριθούν πλέον.
Και το μυαλό μας, που ούτως ή άλλως έχει την τάση να συγκρίνει τον εαυτό μας με τους άλλους, απέκτησε πλέον ένα τεράστιο ψηφιακό super market σύγκρισης. Μπαίνεις στο Instagram για πέντε λεπτά και βγαίνεις με υπαρξιακή κρίση. Ο ένας παντρεύτηκε, η άλλη αγόρασε σπίτι, ο Χ έκανε παιδί και ο Ψ άνοιξε την δική του πετυχημένη επιχείρηση. Ο Ζ βρίσκεται στην Μύκονο με ένα λινό πουκάμισο και φαίνεται να έχει λύσει όλα τα προβλήματα της ζωής και εσύ κάθεσαι στον καναπέ σου και αναρωτιέσαι «Τι κάνω λάθος;»

Ε αυτό ακριβώς είναι η κρίση της αξίας. Η σύγχυση ανάμεσα στο «έχω αξία» και στο «παράγω αξία». Μόνο που φίλοι μου αυτά τα δυο δεν είναι το ίδιο. Επιπλέον μας έμαθαν να αγαπάμε τον εαυτό μας με όρους απόδοσης. Και εδώ γίνεται το πραγματικό μπέρδεμα. Λέμε πλέον self-love, αγοράζουμε κεριά, κάνουμε journaling, πίνουμε matcha, πηγαίνουμε γυμναστήριο, κάνουμε ψυχοθεραπεία, διαβάζουμε βιβλία αυτό-βελτίωσης, και σίγουρα όλα αυτά μπορούν να είναι υπέροχα. Μέχρι να μετατρέψουμε ακόμα και την αυτό-φροντίδα σε project. Και πώς γίνεται αυτό;

Μα με το να πρέπει σώνει και ντε να γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας, αυτό το ατελείωτο πρέπει, πάλι στόχος, πάλι βελτίωση, πάλι επίδοση. Ακόμα και το να αγαπήσουμε τον εαυτό μας ΠΡΕΠΕΙ να το κάνουμε σωστά.
Και αν δεν τα καταφέρουμε; Άλλη μια αποτυχία για την λίστα μας.

Και κάπως έτσι ρε παιδιά, γίναμε εξαντλημένοι άνθρωποι που νιώθουν πάντοτε ότι δεν κάνουν αρκετά.
Το παράδοξο λοιπόν των Millennials είναι ότι έχουμε μάθει να μιλάμε περισσότερο για την ψυχική υγεία από προηγούμενες γενιές, αλλά ταυτόχρονα ζούμε μέσα σε ένα περιβάλλον που μας υπενθυμίζει διαρκώς ότι ακόμη δεν είμαστε αρκετοί. Πρέπει να θεραπευτούμε, να εξελιχθούμε, να δουλέψουμε τα τραύματά μας, να βάλουμε boundaries, να γίνουμε financially independent, να έχουμε υγιείς σχέσεις, να κάνουμε σωστό parenting, να έχουμε work-life balance, να είμαστε παραγωγικοί, να μην είμαστε toxic, να μην έχουμε ανεπίλυτα θέματα και, ε και κάπου εδώ θέλω να φωνάξω :

Συγνώμη ρε παιδιά, μπορούμε λίγο απλώς να υπάρξουμε; Μας δίνετε αυτό το δικαίωμα;
Να έχουμε μια κακή ημέρα χωρίς να σημαίνει ότι έχουμε «θέματα με τον εαυτό μας», να αποτύχουμε χωρίς να μας θεωρείτε καθολικά αποτυχημένους, να αλλάξουμε γνώμη, να μην ξέρουμε ακόμη τι θέλουμε, να βαρεθούμε, να μην είμαστε productive, να μην έχουμε πλάνο και να είμαστε απλώς και μόνο λίγο άνθρωποι;
Η αξία μας δεν είναι βιογραφικό και ίσως αυτό είναι το μεγάλο μάθημα που μας χρωστάει η ενηλικίωση. Δεν χρειάζεται καλέ/ή μου να αποδείξεις ότι αξίζεις για να αξίζεις. Δεν είσαι ο μισθός σου, ούτε η δουλειά σου, ούτε η σχέση σου, ούτε το σώμα σου, ούτε το πτυχίο σου και δεν είσαι ούτε το σπίτι που κατάφερες ή δεν κατάφερες να αγοράσεις, ούτε το πόσο πετυχημένα διαχειρίστηκες την ζωή σου μέχρι σήμερα.

Και κυρίως, δεν είσαι η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που είσαι και σε αυτό που νόμιζες ότι θα ήσουν. Γιατί εκεί κρύβεται ένα τεράστιο πένθος της γενιάς μας, δεν νιώθουμε θλίψη μόνο για όσα χάσαμε αλλά νιώθουμε κυρίως θλίψη για τους ανθρώπους που πιστεύαμε ότι θα γινόμασταν Εκείνον τον εαυτό που στα 20 πίστευε ότι στα 30 θα τα έχει όλα λυμένα. Και τώρα κοιτάμε το ημερολόγιο και λέμε : «Περίμενε, πότε πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια;»
Ίσως λοιπόν να ήρθε η ώρα να αλλάξουμε την ερώτηση και από το «τι έχεις καταφέρει?» να ρωτάμε «Είσαι καλά μέσα σε αυτό που έχεις καταφέρει;» όχι «πόσο αξίζεις;» αλλά «Γιατί πιστεύεις ότι πρέπει να αξίζεις κάτι για να δικαιούσαι να υπάρχεις;»

Γιατί ίσως η πιο επαναστατική πράξη για την γενιά μας δεν είναι να πετύχουμε ακόμη έναν στόχο αλλά να κατεβάσουμε το βιογραφικό από το μέτωπό μας, να αφήσουμε το Instagram να φωνάζει μόνο του και να κοιτάξουμε τη ζωή μας χωρίς βαθμολογία. Και να πούμε επιτέλους, «Δεν χρειάζεται να είμαι εξαιρετικός για να αξίζω», «δεν χρειάζεται να είμαι χρήσιμος», «δεν χρειάζεται να είμαι παραγωγικός», «δεν χρειάζεται να είμαι πετυχημένος» ούτε «να είμαι η καλύτερη εκδοχή μου». Παρά μου επιτρέπεται να υπάρχω και στις μέρες που δεν αποδεικνύω τίποτα απολύτως, και ίσως εκεί, να αρχίζει η ενηλικίωση που κανείς δεν μας δίδαξε. Όχι όταν καταφέρνεις επιτέλους να γίνεις κάποιος αλλά όταν καταλαβαίνεις ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να γίνεις κάποιος για να είσαι ήδη αρκετός/ή.

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη