Την ημέρα λύνεις προβλήματα, δουλεύεις, οργανώνεις τη ζωή σου, απορρίπτεις ανθρώπους που δεν σου κάνουν και λες στις φίλες σου να έχουν standards. Το βράδυ κοιτάζεις αν είδε το story ένας άντρας που δεν κατάφερε ούτε να απαντήσει κανονικά στο τελευταίο σου μήνυμα.
Και κάπου εκεί η αυτοεικόνα σου παθαίνει ένα μικρό τεχνικό πρόβλημα.
Γιατί πριν από δύο ώρες συμβούλευες μια φίλη σου να μη δέχεται ψίχουλα και τώρα προσπαθείς να αποφασίσεις αν το «χαχα ναι κάποια στιγμή» σημαίνει ότι ενδιαφέρεται.
Γιατί δεν μιλάμε απαραίτητα για κάποιον που δεν ξέρει την αξία του. Μπορεί να την ξέρεις πολύ καλά. Μπορεί να είσαι συναισθηματικά διαθέσιμη, ανεξάρτητη, να έχεις επιλογές, φίλους, δουλειά, ζωή. Και παρ’ όλα αυτά να καταλήγεις να κάνεις συναισθηματικό customer service σε έναν άνθρωπο που σου δίνει δύο μηνύματα, μισή πρόθεση και ένα «θα δούμε».
Η εύκολη εξήγηση είναι «χαμηλή αυτοεκτίμηση». Μόνο που πολλές φορές δεν είναι τόσο απλό. Το πρόβλημα δεν είναι ότι πιστεύεις πως δεν αξίζεις περισσότερα. Είναι ότι όταν θέλεις έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, αρχίζεις να κάνεις εκπτώσεις που σε οποιονδήποτε άλλον θα σου φαίνονταν γελοίες.
Το πιο παράλογο δεν είναι ότι δεν ξέρεις την αξία σου. Την ξέρεις. Απλώς, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, όταν εμφανίζεται εκείνος, την τιμή την ρίχνεις μόνη σου.
Και συνήθως δεν το λες έτσι. Δεν λες «παρακαλάω έναν μέτριο άντρα να μου δώσει το bare minimum». Λες «είναι μπερδεμένος». «Έχει περάσει δύσκολα». «Δεν εκφράζεται εύκολα». «Έχει πολύ δουλειά». «Θέλει χρόνο». «Φοβάται τη δέσμευση».
Και μέχρι να τελειώσεις την ψυχολογική του αξιολόγηση, έχεις εξηγήσει με επιτυχία τα πάντα εκτός από το γεγονός ότι δεν σου δίνει αυτό που θέλεις.
Μπορεί να έχει attachment issues. Μπορεί επίσης απλώς να μη σου φέρεται καλά.
Αυτό είναι το πρόβλημα με τους ανθρώπους που ξέρουν να καταλαβαίνουν τους άλλους: μπορούν να γίνουν απίστευτα δημιουργικοί όταν χρειάζεται να δικαιολογήσουν κάτι που τους πληγώνει. Η ενσυναίσθηση, όταν δεν έχει όρια, γίνεται εξαιρετικό εργαλείο αυτοϋπονόμευσης.
Οι πιο συναισθηματικά διαθέσιμοι άνθρωποι δεν κινδυνεύουν μόνο από αυτούς που δεν μπορούν να δώσουν. Κινδυνεύουν και από την ίδια τους την ικανότητα να καταλαβαίνουν τους πάντες.
Γιατί εσύ μπορείς να επικοινωνήσεις. Μπορείς να μιλήσεις για συναίσθημα. Μπορείς να δώσεις χώρο, να κάνεις υπομονή, να μην πιέσεις, να δεις και την πλευρά του άλλου. Και κάπως έτσι, αντί να αναρωτηθείς αν παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι, καταλήγεις να αναρωτιέσαι αν ζήτησες πολλά.
Δεν ζήτησες πολλά. Απλώς τα ζήτησες από άνθρωπο που ήθελε να δώσει λίγα.
Κι έτσι αρχίζεις να πανηγυρίζεις πράγματα που σε άλλη σχέση θα θεωρούσες αυτονόητα. Απάντησε μέσα στην ίδια μέρα; Πρόοδος. Πρότεινε ο ίδιος να βρεθείτε; Character development. Θυμήθηκε κάτι που του είπες; Ξαφνικά μιλάμε για husband material.
Και εκεί αρχίζει το πραγματικά ύπουλο κομμάτι: τα λίγα δεν έρχονται πάντα ως «τίποτα». Έρχονται σποραδικά. Ένα γλυκό μήνυμα μετά από τρεις μέρες σιωπής. Μια έντονη βραδιά μετά από εβδομάδες ασάφειας. Μια υπόσχεση ακριβώς τη στιγμή που πας να απομακρυνθείς. Αρκετά για να μη φύγεις. Όχι αρκετά για να είσαι καλά.
Έτσι ο εγκέφαλος δεν παίρνει καθαρό «όχι». Παίρνει ένα «ίσως». Και το «ίσως» είναι πολύ πιο εθιστικό από όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε, γιατί αφήνει χώρο στην ελπίδα να κάνει υπερωρίες.
Και η ελπίδα είναι εξαιρετική δικηγόρος κακών συμφωνιών.
Το αποτέλεσμα; Εκείνος κάνει το bare minimum και εσύ γράφεις διδακτορικό για το γιατί το έκανε.
Και το χειρότερο; Έχεις γίνει τόσο καλή στην ανάλυσή του που θα μπορούσες να υπερασπιστείς τη συμπεριφορά του καλύτερα κι από τον ίδιο.
Αναλύεις το timing του μηνύματος. Το emoji. Το αν ήταν κουρασμένος. Το αν «δεν είναι άνθρωπος των μηνυμάτων». Το αν η προηγούμενη σχέση του τον τραυμάτισε. Το αν το «θα σε πάρω» ειπώθηκε με αρκετή ειλικρίνεια ώστε να μετρήσει σαν πρόθεση. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, το βασικό ερώτημα εξαφανίζεται: εσύ είσαι καλά μέσα σε αυτό;
Γιατί τα standards δεν αποδεικνύονται όταν λες τι θέλεις. Αποδεικνύονται όταν αυτό που θέλεις δεν σου δίνεται.
Είναι πολύ εύκολο να λες «θέλω συνέπεια, σεβασμό, επικοινωνία». Το δύσκολο είναι να μη μεταφράζεις την ασυνέπεια σε «μυστήριο», την αδιαφορία σε «φόβο», και το bare minimum σε «πρόοδο» μόνο και μόνο επειδή δεν θέλεις να χάσεις τον άνθρωπο.
Και πολλές φορές δεν φοβάσαι καν ότι δεν θα βρεις άλλον. Ξέρεις ότι θα βρεις. Αυτό που φοβάσαι είναι ότι αν φύγεις, θα πρέπει να παραδεχτείς ότι όλος αυτός ο χρόνος, η αναμονή, η κατανόηση και το συναίσθημα επενδύθηκαν σε κάποιον που τελικά δεν ήταν τόσο ιδιαίτερος όσο χρειαζόσουν να πιστεύεις.
Μερικές φορές δεν ήταν exceptional. Απλώς του έκανες πολύ καλό PR μέσα στο κεφάλι σου.
Εκεί πονάει περισσότερο. Όχι επειδή εκείνος ήταν ανεκτίμητος. Αλλά επειδή εσύ πλήρωσες υπερβολικά.
Και κάπως έτσι καταλήγεις να ξεφτιλίζεσαι συναισθηματικά όχι για τον πιο σπουδαίο άνθρωπο που γνώρισες, αλλά για έναν αρκετά μέτριο άνθρωπο στον οποίο έδωσες εξαιρετικό marketing.
Το πιο δύσκολο, λοιπόν, δεν είναι να μάθεις την αξία σου. Μπορεί ήδη να την ξέρεις. Είναι να σταματήσεις να κάνεις ειδική τιμή σε όποιον σου αρέσει πολύ.
Γιατί στο τέλος, ο άνθρωπος που δεν αξίζει ούτε το μήνυμα δεν αποκτά αξία επειδή εσύ έγραψες δεύτερο. Απλώς απέκτησε VIP θέση στη ζωή σου με εισιτήριο γενικής εισόδου.
