Είναι γεγονός ότι οι έντονοι ρυθμοί της δουλειάς μπορούν να προκαλέσουν σημαντικά προβλήματα στους εργαζόμενους, τόσο σε επίπεδο ψυχικό όσο και σε επίπεδο σωματικό. Όμως αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι να μπορούμε να ξεχωρίσουμε πότε μιλάμε για «burnout» και πότε για «rustout». Το λεγόμενο «rustout» έρχεται στη συνθήκη που μπορεί ένας υπάλληλος να είναι απόλυτα αφοσιωμένος και καλός στη δουλειά του, αλλά ο ίδιος να αισθάνεται κενός και χωρίς κανένα κίνητρο. Δεν επηρεάζεται, δηλαδή, η εργασιακή του απόδοση, όμως έχει να κάνει με το πώς νιώθει εκείνος, με τα συναισθήματά του απέναντι σε αυτό που έχει να εκτελέσει στην καθημερινότητά του.
Το βασικό πρόβλημα της εν λόγω κατάστασης είναι το κενό που δημιουργείται στο άτομο, εξαιτίας της έλλειψης δημιουργικότητας από την οποία χαρακτηρίζεται η εργασία του. Οπότε, αυτό επηρεάζει την ψυχολογία του, καθώς αισθάνεται βαθύ το αίσθημα του ανικανοποίητου, με αποτέλεσμα να εξαντλείται μέσα του. Συνεπώς, έχει μεγάλη σημασία να τονίσουμε ότι δεν αναφερόμαστε στο ότι ο εργαζόμενος δεν είναι ικανός ή ταλαντούχος — ίσα ίσα, το αντίθετο. Απλώς δεν μπορεί να ταυτίσει τις δικές του φιλοδοξίες και τις δικές του επιθυμίες με εκείνες που προσφέρονται από την παρούσα εργασιακή του συνθήκη.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης που βιώνει το άτομο και αξίζει να αναφερθεί είναι η έντονη αντίθεση που παρουσιάζεται ανάμεσα στην «εξωτερική» του εικόνα και ανάμεσα στην «εσωτερική» του εικόνα, οι οποίες δεν ταυτίζονται καθόλου. Σε μία πρώτη εικόνα φαίνεται σαν επιτυχημένος και καταξιωμένος επαγγελματίας, όμως ο ίδιος αισθάνεται εντελώς αποπροσανατολισμένος, με αποτέλεσμα να διαλύεται όλο και περισσότερο, αργά και σταδιακά, ο εσωτερικός του κόσμος.
Ο λόγος, λοιπόν, που δεν μπορεί να ταυτιστεί με την κατάσταση του «burnout» είναι ότι, σε αυτή την περίπτωση, αυτό το οποίο υπερισχύει είναι η έντονη σωματική κόπωση και εξάντλησή του από το άγχος, το οποίο δεν τον αφήνει να λειτουργήσει ήρεμα και αποδοτικά. Στο «rustout» δεν παρατηρείται ιδιαίτερα το στοιχείο του άγχους. Αντιθέτως, αυτό που παρατηρείται είναι το μειωμένο κίνητρο εξαιτίας του αντικειμένου απασχόλησης, το οποίο δεν αφήνει πολλά περιθώρια για εξέλιξη και δημιουργικές αποδράσεις, με τον νου του να βρίσκεται σε μία στασιμότητα, κατά κάποιο τρόπο. Είναι γεγονός ότι δεν το συναντάμε τόσο συχνά να αναφέρεται όσο το «burnout», όμως η πραγματικότητα είναι ότι συμβαίνει πάρα πολύ συχνά. Παρατηρείται σε μία μεγάλη μερίδα πληθυσμού, συνεπώς αξίζει να δοθεί και σε αυτό η δέουσα προσοχή. Προφανώς, και για λόγους βιοποριστικούς αλλά και για λόγους απασχόλησης στην καθημερινότητα, πολλοί εργαζόμενοι αποφασίζουν να το παραβλέψουν, κατά κάποιο τρόπο, αντιλαμβανόμενοι ότι πολλές εργασίες βασίζονται στο ίδιο μοτίβο. Άλλοι, όμως, δεν μπορούν να προσαρμοστούν τόσο σε αυτό σαν μόνιμη πραγματικότητα της καθημερινότητάς τους, συνεπώς κάνουν υπομονή για κάποιο χρονικό διάστημα και αποφασίζουν να παραιτηθούν μελλοντικά.
Με βάση ερευνητικά δεδομένα, αυτή η συνθήκη δεν επηρεάζει ιδιαίτερα —έως καθόλου, για την ακρίβεια— τις επιχειρήσεις και τις εταιρείες, καθώς δεν έχει να κάνει με το ότι ο εργαζόμενος δεν είναι τόσο αποδοτικός όσο παλιά, ώστε να αξιολογήσουν τι φταίει. Ίσα ίσα που είναι αποδοτικός, αλλά το πρόβλημα έχει να κάνει με το μέσα του, οπότε δεν βγαίνει κάτι στην επιφάνεια ή, και να βγει, δεν είναι αρμόδια η εκάστοτε επιχείρηση και εταιρεία να βοηθήσει τον εργαζόμενο πάνω σε αυτό το κομμάτι, αν και ίσως θα έπρεπε.
Έτσι, λοιπόν, όποιος αισθάνεται ότι έχει βαλτώσει, κατά κάποιο τρόπο, στην εργασία του, πρέπει τόσο ο εργαζόμενος να αντιληφθεί μέσα του τι του φταίει πραγματικά, δηλαδή ότι μπορεί, για παράδειγμα, να αισθάνεται έντονα την ανάγκη να δοκιμάσει κάποιο διαφορετικό αντικείμενο εργασίας, με διαφορετικά καθήκοντα, όμως πρέπει και οι εργοδότες, οι επιχειρήσεις, να είναι πρόθυμοι να αντιμετωπίσουν μία τέτοια κατάσταση, όπως και να ακούσουν τον υπάλληλό τους, με στόχο να βρεθεί η καλύτερη δυνατή λύση, εάν αυτό τελικά είναι εφικτό, και να αισθανθεί το άτομο συνδεδεμένο με την εργασία του και όχι αποκομμένο και κενό.
