Ο Σαρτρ, ίσως ο κυριότερος εκπρόσωπος του υπαρξισμού, έγραψε ότι η ύπαρξη προηγείται της ουσίας: πρώτα γεννιόμαστε και ορίζουμε μετά τι είμαστε. Είναι υπέροχη ιδέα και σχεδόν κανείς δεν τη ζει. Στην πράξη ο ορισμός μας, μας παραδίδεται έτοιμος, από όσους μάς κοίταξαν πρώτοι. Όπως είπε ο και ο ψυχίατρος Ζακ Λακάν, ο άνθρωπος γεννιέται στον κόσμο του Άλλου, του συστήματος, της κοινωνίας, της γλώσσας, του νόμου, στον κόσμο που οι γονείς του έφτιαξαν για τον ίδιο. Καταδικασμένος όλη τη ζωή του να αναγκάζεται να δομηθεί και να βρει τη θέση του μέσα από την επιθυμία και τον λόγο αυτού του Άλλου.

Ένα παιδί δεν ρωτάει «ποιο είμαι;». Ρωτάει, χωρίς λόγια, «τι πρέπει να είμαι για να μείνουν;», «τι πρέπει να γίνω για να με αγαπήσουν;». Ο Χέγκελ υποστήριζε ότι η αυτοσυνειδησία γεννιέται μέσα από την αναγνώριση του άλλου: δεν υπάρχουμε πριν μας δουν. Ο Γουίνικοτ πήγε ένα βήμα πιο σκληρά. Όταν η αγάπη έρχεται με όρους, το παιδί χτίζει έναν ψεύτικο εαυτό που προσαρμόζεται, και τον αληθινό τον κρύβει τόσο καλά που κάποια στιγμή ξεχνά πού τον άφησε. Αυτό το παιδί μεγαλώνει και ρωτάει τους άλλους ποιο είναι. Μαζεύει γνώμες σαν πιστοποιητικά, και κάτω από κάθε συζήτηση τρέχει το ίδιο ερώτημα: αν σε κάνω να πιστέψεις ότι είμαι αυτό που θα ήθελες, θα με αγαπήσεις;

Το λέμε ωριμότητα, ευελιξία, «ξέρω να συμβιβάζομαι». Στην πραγματικότητα είναι άρνηση να αναλάβεις την ελευθερία σου λόγω άγνοιας, παίζοντας τον ρόλο που σου μοίρασαν. Παριστάνοντας τον «καλό», τον «δυνατό», τον «εύκολο».

Η προσαρμογή δεν είναι δωρεάν. Όποιος μαντεύει διαρκώς τι θέλουν οι άλλοι, χάνει σιγά σιγά την επαφή με το τι θέλει ο ίδιος. Πληρώνει τον λογαριασμό του άλλου χωρίς να ελέγξει ποτέ αν εκείνος πληρώνει τον δικό του. Κι όταν τελικά τον ρωτήσουν «εσύ τι θες;», δεν έχει απάντηση, όχι από αδιαφορία αλλά από ατροφία.

Όλοι έχουμε ζήσει απόρριψη, απώλεια, κάποιον που έφυγε ή που έπρεπε να είχε φύγει νωρίτερα. Και κάθε φορά ρωτάμε «τι έκανα λάθος;», σαν να υπάρχει σωστός τρόπος ζωής που εξασφαλίζει ότι δεν θα πονέσουμε ξανά. Σαν να υπάρχει η σωστή συνταγή υποκριτικής και αμελήσαμε κάποια στιγμή να παίξουμε για άλλη μια φορά καλά τον ρόλο μας.

Ο πόνος δεν είναι η ποινή για ένα σφάλμα. Είναι το τίμημα του να έχεις δεθεί με κάτι που είχε σημασία. Αν το αντιμετωπίζεις ως ποινή, θα αφιερώσεις τη ζωή σου να τη διορθώσεις. Αν το δεις ως τη φυσική συνέπεια του να ζεις με άλλους, μπορείς επιτέλους να ξεχωρίσεις τη στιγμή του πόνου από τη στιγμή της χαράς, και να ζήσεις τη δεύτερη ολόκληρη αντί να την υπονομεύεις από φόβο με σου φύγει και την διαδεχτεί η πρώτη.

Κάποια στιγμή γίνεται κάτι ήσυχο. Σταματάς να κατηγορείς, σταματάς να δικαιολογείς, και το πιο δύσκολο, σταματάς να ζητάς εξηγήσεις. Γιατί φέρθηκε έτσι ο σύντροφος, οι γονείς, η ζωή. Το «γιατί» έχει μια παγίδα: ζητάει από τον άλλον να σου εξηγήσει, δηλαδή του παραδίδει ξανά την εξουσία να σε ορίσει. Και σπάνια απαντιέται, κι όταν απαντιέται, δεν αλλάζει τίποτα.

Το ερώτημα που σε ελευθερώνει είναι άλλο: τι άφησε πάνω μου όλο αυτό; Τι μου πήρε και τι δεν κατάφερε να μου πάρει; Πόση ανασφάλεια και πόση μαγεία άφησε ο καθένας που πέρασε; Το σκοτάδι που διέσχισες είναι ο μόνος καθρέφτης που δεν κολακεύει, γι’ αυτό και ο μόνος αξιόπιστος. Ό,τι άντεξε μέσα του ήσουν εσύ. Ό,τι έσπασε ήταν ο ρόλος. Και κάπου εκεί ανάμεσα στα σκοτάδια ανακαλύπτεις σιγά σιγά ποιος πραγματικά είσαι.

Όταν το καταλάβεις αυτό, αλλάζει και ο τρόπος που κοιτάς τους ανθρώπους. Δεν μετράς πια μόνο ποιος έμεινε και ποιος έφυγε. Κοιτάς ποιος ήθελε να δουλέψει κάτι μαζί σου και ποιος ήθελε απλώς να μείνει βολεμένος. Ποιος έβλεπε ποιος πραγματικά είσαι κάτω από το υφαντό της προσαρμοστικότητάς σου, τις στιγμές που ξεπηδούσε η πραγματική εκδοχή σου και ήταν εκεί να σε αγκαλιάσει.

Έτσι μπορείς να δώσεις στον εαυτό σου μια δεύτερη ευκαιρία και να ξεκινήσεις ξανά, όσο κι αν φοβάσαι. Δεν θα σου πω ότι ο φόβος φεύγει με τα χρόνια. Συχνά μεγαλώνει, γιατί έχεις περισσότερα να χάσεις και δεν έχεις πλέον την αγνοία κινδύνου της παιδικότητας. Οι φόβοι όμως υπάρχουν για να ξεπερνιούνται. Αλλιώς κανείς δεν θα έβγαινε από το σπίτι του και ο κόσμος θα έμενε ανεξερεύνητος. Κι εσύ μαζί του.

Ο Σαρτρ είχε δίκιο σε ένα τουλάχιστον σημείο: δεν γεννηθήκαμε με έτοιμη ουσία. Άρα δεν υπάρχει πρότυπο που να το προδίδεις, μόνο ένα κείμενο που δεν έχει γραφτεί ακόμα, και το γράφεις εσύ. Πάντα λοιπόν έχεις την ευκαιρία σου να γράψεις κάθε κεφάλαιο όπως εσύ το θες.

Συντάκτης: Λυδία Αθανασίου