Είσαι παιδί. Θέλεις να παίξεις, να πας στα γενέθλια ενός φίλου σου, να ρωτήσεις γιατί πρέπει να ακολουθήσεις έναν κανόνα που δεν καταλαβαίνεις. Και αντί για απάντηση, ακούς ότι θα πας στην κόλαση. Ότι θα τιμωρηθείς. Ότι κάτι κακό θα συμβεί αν δεν υπακούσεις. Πριν προλάβεις καλά καλά να μάθεις την προπαίδεια, έχεις ήδη φορτωθεί την ευθύνη για τη σωτηρία της ψυχής σου.
Η Ιαπωνία έχει βάλει αυτή την πρακτική στο πλαίσιο της παιδικής κακοποίησης. Με οδηγίες που εξέδωσε το υπουργείο Υγείας, Εργασίας και Πρόνοιας στις 27 Δεκεμβρίου 2022, αναγνωρίζει ότι η χρήση θρησκευτικών απειλών και η συστηματική καλλιέργεια φόβου για να εξαναγκαστεί ένα παιδί μπορούν να συνιστούν ψυχολογική κακοποίηση.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο ένας ενήλικας χρησιμοποιεί την πίστη για να επιβάλει υπακοή. Οι οδηγίες αναφέρονται σε απειλές όπως «θα πας στην κόλαση» ή «θα καταστραφείς», όταν χρησιμοποιούνται για να επιβάλουν συμμετοχή σε θρησκευτικές δραστηριότητες ή να εμποδίσουν τις επιλογές ενός παιδιού. Περιλαμβάνουν επίσης τη συστηματική απόρριψη και την αγνόηση του παιδιού ως μέσα πίεσης. Το «θα σου μιλήσω όταν κάνεις αυτό που θέλω» μπορεί να κουβαλά πολύ μεγαλύτερο βάρος όταν προέρχεται από τον άνθρωπο από τον οποίο εξαρτάσαι.
Γιατί ένας ενήλικας μπορεί να ακούσει μια τέτοια απειλή και να την αμφισβητήσει. Ένα παιδί, όμως, καλείται να καταλάβει τον κόσμο μέσα από όσα του λένε οι μεγάλοι του. Αν ο άνθρωπος που το φροντίζει τού παρουσιάζει μια τρομακτική συνέπεια ως βεβαιότητα, πού ακριβώς θα βρει το περιθώριο να διαφωνήσει; Και πόσο ελεύθερο είναι το «ναι» του όταν η εναλλακτική που του περιγράφουν είναι η αιώνια τιμωρία;
Οι οδηγίες εξετάζουν και περιορισμούς που φτάνουν μέχρι τις φιλίες, τις σπουδές και την επαγγελματική πορεία. Η απομόνωση από συνομηλίκους που δεν μοιράζονται την ίδια πίστη ή η παρεμπόδιση εκπαιδευτικών επιλογών με απειλές και εξαναγκασμό μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να αποτελούν κακοποίηση ή παραμέληση. Ένα παιδί έχει δικαίωμα να γνωρίζει ανθρώπους, να κάνει ερωτήσεις και να χτίζει σταδιακά τη δική του ζωή. Η οικογενειακή πίστη δεν δίνει στους γονείς απεριόριστη εξουσία πάνω σε κάθε μελλοντική του επιλογή.
Ιδιαίτερα σαφής είναι η αναφορά στην υγεία. Η άρνηση αναγκαίας ιατρικής φροντίδας, όπως θεραπείας ή μετάγγισης που κρίνεται απαραίτητη από γιατρό, αναγνωρίζεται ως παραμέληση όταν δεν υπάρχει εύλογη αιτιολογία, ακόμη κι αν η άρνηση στηρίζεται σε θρησκευτικές πεποιθήσεις. Οι οδηγίες προβλέπουν την εξέταση προστατευτικών μέτρων όταν χρειάζεται. Η ευθύνη του ενήλικα παραμένει να εξασφαλίσει στο παιδί τη φροντίδα που έχει ανάγκη.
Το πλαίσιο διαμορφώθηκε μέσα στη μεγάλη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε τη δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού Σίνζο Άμπε το 2022. Τότε ήρθαν στο προσκήνιο οι εμπειρίες ανθρώπων που είχαν μεγαλώσει σε οικογένειες με έντονη προσήλωση σε θρησκευτικές οργανώσεις, οι λεγόμενοι πιστοί δεύτερης γενιάς. Οι μαρτυρίες τους έφεραν στην επιφάνεια εξαναγκασμό, φόβο και οικονομικές δυσκολίες, ανοίγοντας τη συζήτηση για την προστασία παιδιών που δεν είχαν επιλέξει μόνα τους το περιβάλλον πίστης στο οποίο μεγάλωναν.
Πρακτικά, οι υπηρεσίες παιδικής προστασίας και οι τοπικές αρχές καλούνται να αντιμετωπίζουν τέτοιες υποθέσεις με σοβαρότητα και να παρεμβαίνουν όταν υπάρχει κακοποίηση. Οι ίδιες οι οδηγίες ζητούν συνολική αξιολόγηση της κατάστασης του παιδιού, των γονέων και του περιβάλλοντος, με την ασφάλεια του παιδιού στο επίκεντρο. Παράλληλα, υπενθυμίζουν ότι και το παιδί έχει δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας. Η θρησκευτική ελευθερία αφορά και το μικρότερο μέλος της οικογένειας.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Ένας γονιός μπορεί να μοιράζεται την πίστη του, να εξηγεί τις παραδόσεις του και να συζητά όσα θεωρεί σημαντικά. Έχει, όμως, ευθύνη να αφήνει χώρο για απορίες, διαφωνία και επιλογές. Αν η κουβέντα τελειώνει κάθε φορά με μια απειλή, το παιδί μαθαίνει πόσο κοστίζει να πει «όχι». Και αν η αποδοχή του εξαρτάται από την υπακοή, ακόμη και η πιο απλή ερώτηση γίνεται ρίσκο.
Ένα παιδί χρειάζεται να μπορεί να πει «δεν καταλαβαίνω», «φοβάμαι», «δεν θέλω», χωρίς να νιώθει ότι καταδικάζει τον εαυτό του ή προδίδει την οικογένειά του. Μπορεί μεγαλώνοντας να κρατήσει την πίστη με την οποία ανατράφηκε, να την αναζητήσει διαφορετικά ή να απομακρυνθεί από αυτήν. Το ζητούμενο είναι να έχει χώρο να αποφασίσει. Η παιδική ηλικία έχει ήδη αρκετούς φόβους· οι ενήλικες οφείλουν να βοηθούν τα παιδιά να τους αντέχουν, όχι να προσθέτουν και την κόλαση στη λίστα.