Υπάρχει μια ερώτηση που έχουμε κάνει όλοι τόσο πολλές φορές, που σχεδόν έχει χάσει το νόημά της. «Τι κάνεις;» Δυο λέξεις. Τρεις, αν μετρήσουμε και το ερωτηματικό, που συνήθως κουβαλάει όλο το δράμα. Γιατί δεν σημαίνει πάντα «θέλω πραγματικά να μάθω πώς είσαι».
Μπορεί να σημαίνει «μου ήρθες στο μυαλό». Μπορεί να σημαίνει «βαριέμαι». Μπορεί να σημαίνει «είδα το story σου και δεν ξέρω τι άλλο να γράψω». Μπορεί να σημαίνει «θέλω να δω αν θα μου απαντήσεις». Ή, στην πιο ειλικρινή της εκδοχή, «θέλω να επιβεβαιώσω ότι έχω ακόμα πρόσβαση σε σένα». Και κάπως έτσι, ένα απλό «τι κάνεις;» έχει γίνει ο ελβετικός σουγιάς της επικοινωνίας. Τον χρησιμοποιούμε για τα πάντα.
Θέλουμε να ξαναμιλήσουμε με κάποιον; «Τι κάνεις;» Μας έπιασε νοσταλγία στις έντεκα το βράδυ; «Τι κάνεις;» Είδαμε ότι χώρισε; «Τι κάνεις;» Δεν έχουμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε; «Τι κάνεις;» Ήπιαμε δύο ποτά παραπάνω και ξαφνικά μας φάνηκε εξαιρετική ιδέα να αναστήσουμε μια γνωριμία που είχαμε αφήσει θαμμένη από το 2023; Ε, τι άλλο θα γράψουμε; «Τι κάνεις;»
Και το αστείο είναι ότι πολλές φορές δεν θέλουμε καν την απάντηση. Γιατί αν μας πει «είμαι πολύ καλά», μπορεί να ζηλέψουμε λίγο. Αν μας πει «δεν είμαι καλά», μπορεί να χρειαστεί να ενδιαφερθούμε πραγματικά. Αν μας πει «γνωρίζω κάποιον», μπορεί να κλείσουμε το κινητό και να κοιτάξουμε το ταβάνι σαν να μας ενημέρωσαν ότι αυξήθηκε ο ΦΠΑ. Κι αν μας πει «εσύ;», ξαφνικά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την πιο δύσκολη ερώτηση της ημέρας. Τι κάνουμε;
Κάπου εδώ αρχίζει το μικρό θέατρο της καθημερινής επικοινωνίας. Ρωτάμε ανθρώπους πώς είναι χωρίς να είμαστε απαραίτητα διαθέσιμοι να ακούσουμε την απάντηση. Στέλνουμε μηνύματα όχι πάντα για να επικοινωνήσουμε, αλλά για να δοκιμάσουμε την πόρτα. Να δούμε αν ανοίγει. Να δούμε αν είμαστε ακόμα ευπρόσδεκτοι. Να δούμε αν ο άλλος μας σκέφτεται κι εκείνος.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανθρώπινο κομμάτι του πράγματος. Δεν ψάχνουμε πάντα τον άνθρωπο. Μερικές φορές ψάχνουμε την επιβεβαίωση ότι μπορούμε ακόμα να τον βρούμε. Ένα «τι κάνεις;» μπορεί να είναι η πιο διακριτική μορφή εγωισμού.
Δεν λέμε «μου λείπεις». Πολύ μεγάλο ρίσκο. Δεν λέμε «σε σκέφτηκα». Πολύ εκτεθειμένο. Δεν λέμε «θέλω να ξαναμιλήσουμε». Θεέ μου, όχι. Λέμε «τι κάνεις;» Αθώο. Casual. Σχεδόν αδιάφορο. Και μετά κοιτάμε την οθόνη κάθε τρία λεπτά.
Υπάρχουν, βέβαια, και τα «τι κάνεις;» που τα εννοούμε. Εκείνα που στέλνουμε σε έναν άνθρωπο επειδή πραγματικά θέλουμε να ξέρουμε αν είναι καλά. Επειδή περάσαμε από ένα μέρος που μας τον θύμισε. Επειδή ακούσαμε ένα τραγούδι. Επειδή θυμηθήκαμε μια κουβέντα που είχαμε αφήσει στη μέση. Εκεί το «τι κάνεις;» δεν χρειάζεται δεύτερη σκέψη. Δεν είναι γέφυρα για κάτι άλλο. Είναι απλώς μια γέφυρα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ρωτάμε «τι κάνεις;» ενώ στην πραγματικότητα θέλουμε να ρωτήσουμε «με σκέφτεσαι;» Ή «θα με δεχόσουν πίσω;» Ή «έχεις προχωρήσει;» Ή το πιο επικίνδυνο από όλα: «έχω ακόμα κάποια θέση στη ζωή σου;» Γιατί αυτά δεν απαντιούνται με ένα «καλά, εσύ;»
Και ίσως γι’ αυτό χρησιμοποιούμε τόσο πολύ τις μικρές, ασφαλείς ερωτήσεις. Γιατί μας προστατεύουν από τις μεγάλες. Το «τι κάνεις;» δεν μας εκθέτει ιδιαίτερα. Το «μου έλειψες» μας εκθέτει. Το «θέλω να σε δω» μας εκθέτει. Το «δεν ξέρω γιατί σου γράφω, αλλά ήθελα να σου γράψω» μας εκθέτει τόσο πολύ, που προτιμάμε να ρωτήσουμε για τη δουλειά, τον καιρό και το αν τελικά πήγε καλά εκείνο το ταξίδι που είχαμε ξεχάσει εντελώς.
Έτσι λειτουργούμε. Κάνουμε κύκλους γύρω από αυτό που θέλουμε να πούμε, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή ο άλλος θα καταλάβει μόνος του. Μερικές φορές το καταλαβαίνει. Μερικές φορές όχι. Και μερικές φορές το καταλαβαίνει, αλλά κάνει ότι δεν κατάλαβε, γιατί κι εκείνος έχει ένα ταλέντο στο να απαντάει σε λάθος ερώτηση.
Ίσως, λοιπόν, την επόμενη φορά που θα ανοίξουμε μια συνομιλία και θα γράψουμε «τι κάνεις;», να κάνουμε πρώτα μια μικρή παύση. Γιατί μπορεί να μη θέλουμε πραγματικά να μάθουμε τι κάνει ο άλλος. Μπορεί να θέλουμε να μάθουμε αν μας σκέφτεται. Αν μας περιμένει. Αν προχώρησε. Αν υπάρχει ακόμα εκείνο το μικρό κενό στη ζωή του που κάποτε γεμίζαμε εμείς.
Και δεν είναι κακό να το παραδεχτούμε. Κακό είναι να το ντύνουμε με αθώες ερωτήσεις και μετά να θυμώνουμε επειδή ο άλλος δεν κατάλαβε τι πραγματικά εννοούσαμε. Γιατί μερικές φορές το «τι κάνεις;» είναι απλώς ένα «μου λείπεις» που φοβήθηκε να βγει από το σπίτι. Και μερικές φορές είναι ένα «θέλω να δω αν έχω ακόμα πρόσβαση σε σένα». Το δύσκολο είναι να ξέρουμε ποιο από τα δύο στείλαμε. Και ακόμα δυσκολότερο να είμαστε έτοιμοι για την απάντηση.
