Τα γενέθλια είναι η μόνη μέρα που μπορεί να σε πιάσει υπαρξιακό και να σου ζητήσουν να χαμογελάσεις γιατί λιώνουν τα κεράκια. Εσύ προσπαθείς να καταλάβεις πώς πέρασε άλλος ένας χρόνος κι απέναντί σου κάποιος φωνάζει «κάνε μια ευχή!». Ευχαρίστως. Να σταματήσετε για τρία λεπτά να με κοιτάτε σαν να περιμένετε να ανακοινώσω τι θα κάνω με το υπόλοιπο της ζωής μου. Αλλά αυτό δεν λέγεται δυνατά. Φυσάς, χαμογελάς, βγαίνεις φωτογραφία. Η κρίση συνεχίζεται μετά το γλυκό.
Υπάρχει κάτι αλλόκοτο σε αυτή τη μέρα. Μπορεί να έχεις οργανώσει εσύ το τραπέζι και λίγο πριν ξεκινήσει να εύχεσαι να ακυρωθεί από μόνο του, χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσεις τίποτα σε κανέναν. Θέλεις να σε θυμηθούν, αλλά δεν αντέχεις άλλη ερώτηση. Θέλεις την έκπληξη, αλλά και πέντε λεπτά στο μπάνιο χωρίς να σου φωνάζουν «πού χάθηκες;». Κι ύστερα θυμώνεις με τον εαυτό σου: τόσοι άνθρωποι σε αγαπούν, τι διάολο σου λείπει; Μπορεί να μη σου λείπει τίποτα συγκεκριμένο. Μπορεί απλώς να σε ζορίζει που πρέπει να αποφασίσεις πώς νιώθεις προτού εμφανιστούν οι καλεσμένοι. Η κράτηση έγινε για οκτώ. Η διάθεσή σου δεν επιβεβαίωσε ακόμη.
Το πρόβλημα ξεκινάει όταν η χαρά αποκτά ωράριο. Σήμερα πρέπει να είσαι ευτυχισμένη. Σήμερα πρέπει να βγεις, να βαφτείς, να το γιορτάσεις, να απαντήσεις με καρδούλες σε ανθρώπους που σου ευχήθηκαν ακριβώς όπως και πέρσι, μαζί με το ίδιο ορθογραφικό. Κι αν δεν έχεις όρεξη; «Έλα μωρέ, γενέθλια έχεις!» Ακριβώς. Δεν υπέγραψα συμβόλαιο διασκέδασης. Μεγάλωσα έναν χρόνο, δεν προσλήφθηκα να κάνω δημόσιες σχέσεις για την τούρτα μου.
Και κάπου ανάμεσα στο πρώτο τηλεφώνημα και στο «πού θα μας κεράσεις;» ανοίγει ο απολογισμός. Τι έκανα φέτος; Τι άφησα πάλι για αργότερα; Πώς γίνεται να είμαι εδώ, ενώ κάποτε ήμουν βέβαιος ότι σε αυτή την ηλικία θα ήξερα; Θα ήξερα τι θέλω, πού πηγαίνω, ποιον αγαπώ, πόσα λεφτά χρειάζομαι για να μη με πιάνει ταχυπαλμία με τον λογαριασμό του ρεύματος. Το νεότερο εγώ μας είχε μια συγκλονιστική εμπιστοσύνη στις δυνατότητές μας. Είχε επίσης ελάχιστη επαφή με τα ενοίκια.
Δεν είναι απαραίτητα ο αριθμός που ενοχλεί. Είναι όσα του είχες φορτώσει. Μέχρι τότε θα είχες φύγει από εκείνη τη δουλειά. Θα είχες γράψει αυτό που όλο αναβάλλεις. Θα είχες μάθει να μη γυρίζεις σε ανθρώπους που σε εξαντλούν. Και τώρα κάθεσαι με ένα ποτήρι στο χέρι, ακούς «ό,τι επιθυμείς» και σκέφτεσαι ότι μερικά από όσα επιθυμείς τα λες εδώ και χρόνια. Αυτό μπορεί να πονάει περισσότερο από το ότι χρειάζεσαι πια καλύτερο φωτισμό για τη φωτογραφία. Τον φωτισμό τον αλλάζεις. Με τις αναβολές έχεις αποκτήσει οικειότητα.
Βοηθούν, βέβαια, και οι ευχές που έρχονται με διακριτικό έλεγχο προόδου. «Άντε και με ένα καλό παιδί!» «Και του χρόνου με ένα μωρό!» «Να σοβαρευτείς τώρα!» Ευχαριστώ πολύ, να σας στείλω και βιογραφικό; Σε μια μέρα που υποτίθεται ότι γιορτάζουμε πως υπάρχεις, κάποιοι βρίσκουν την ευκαιρία να σου υποδείξουν πώς θα προτιμούσαν να υπάρχεις. Αν είσαι μόνος, λείπει σύντροφος. Αν είσαι παντρεμένος, λείπει παιδί. Αν έχεις παιδί, λείπει δεύτερο. Η τούρτα μικραίνει, οι απαιτήσεις τρώνε κανονικά.
Ύστερα είναι το κινητό. Στα γενέθλιά σου μπορείς να γίνεις ο πιο γελοίος ντετέκτιβ της προσωπικής σου ζωής. «Δε με νοιάζει ποιος θα θυμηθεί», λες, και στις δώδεκα και επτά έχεις ήδη ξεκινήσει την καταμέτρηση. Ξέρεις πως μια ευχή δεν αποδεικνύει αγάπη, όπως και μια ξεχασμένη ημερομηνία δεν την ακυρώνει. Κάθε άλλη μέρα θα το εξηγούσες θαυμάσια και σε κάποιο φιλαράκι σου. Σήμερα, όμως, κοιτάς αν εκείνος ο συγκεκριμένος άνθρωπος είδε το στόρι. Το είδε. Ωραία. Έχουμε λοιπόν χρόνο για παρακολούθηση, αλλά όχι για δύο λέξεις. Κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι περίμενες την ευχή σαν μια μικρή επιβεβαίωση πως εξακολουθείς να έχεις θέση στη ζωή του. Και σε εκνευρίζει που, ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους που εμφανίστηκαν, το μυαλό σου κρατάει θέση για εκείνον που λείπει.
Η μέρα μετράει και απουσίες. Ανθρώπους που άλλοτε έπαιρναν πρώτοι. Φιλίες που κάποτε ήξεραν τι τούρτα θέλεις και τώρα μπορεί να μη γνωρίζουν ούτε πού μένεις. Κάποιον που δεν υπάρχει πια για να σε φωνάξει με εκείνο το χαϊδευτικό που από άλλον θα ακουγόταν γελοίο. Δε χρειάζεται να διώξεις κανέναν από το τραπέζι για να σου λείψει κάποιος. Μπορεί να είσαι ανάμεσα στους ανθρώπους σου και να θυμάσαι μια φωνή που δε θα ακουστεί. Εκεί το χιούμορ κάνει λίγο στην άκρη. Υπάρχουν ευχές που δεν αντικαθίστανται με περισσότερες.
Κι ενώ έχεις ανοίξει ολόκληρη δίκη για όσα δεν κατάφερες, παραλείπεις με εντυπωσιακή ευκολία όσα σου κόστισαν για να φτάσεις μέχρι εδώ. Θυμάσαι ότι δεν άλλαξες δουλειά, αλλά ξεχνάς πως φέτος έπαψες να απαντάς στον προϊστάμενο τα μεσάνυχτα. Θυμάσαι ότι μια σχέση τελείωσε, αλλά περνάς στα ψιλά ότι σταμάτησες να παρακαλάς για τα στοιχειώδη. Μπορεί να μην έχεις κάποια θεαματική ανακοίνωση να κάνεις πάνω από την τούρτα. Το «φέτος έμαθα να λέω ότι πληγώθηκα χωρίς να ζητάω συγγνώμη που σας χάλασα τη διάθεση» δε χωράει εύκολα σε πρόποση. Κι όμως, εσύ ξέρεις πόσες φορές κατάπιες αυτή τη φράση μέχρι να μπορέσεις να την πεις. Θα ήταν κρίμα να σβήσεις κι αυτή την προσπάθεια μαζί με τα κεράκια.
Δεν έχουμε όλοι την ίδια σχέση με τα γενέθλια. Κάποιος θέλει πάρτι μέχρι το πρωί, κάποιος δείπνο με δύο ανθρώπους, κάποιος να μην τον ρωτούν κάθε μισή ώρα αν περνάει καλά. Αλλά αυτή η ημερομηνία μπορεί να μας βρει πιο εκτεθειμένους απ’ όσο υπολογίζαμε. Θέλουμε να μας θυμηθούν χωρίς να χρειάζεται να παίξουμε τον ενθουσιασμό μας. Να μας προσέξουν χωρίς να εξετάσουν τη ζωή μας. Και, καμιά φορά, να μας αφήσουν ήσυχους χωρίς να το μεταφράσουν ως παράπονο.
Ίσως γι’ αυτό, όταν τελειώσουν τα τηλέφωνα και φύγουν οι καλεσμένοι, έρχεται η πιο ειλικρινής στιγμή των γενεθλίων. Ένα κομμάτι τούρτα από το κουτί, το καλό ρούχο πεταμένο στην καρέκλα και κανείς να μη σε ρωτάει αν πέρασες τέλεια. Μπορεί να πέρασες όμορφα. Μπορεί κάτι να σε πείραξε. Μπορεί να σε συγκίνησε ένας άνθρωπος που δεν περίμενες και να σε απογοήτευσε κάποιος που περίμενες πολύ. Τώρα, τουλάχιστον, μπορείς να το παραδεχτείς χωρίς να χαλάσεις τη φωτογραφία. Μεγάλωσες έναν χρόνο και ακόμη προσπαθείς να καταλάβεις τι θέλεις. Ας το αντέξουν λίγο κι οι υπόλοιποι. Στην τούρτα βάλαμε ηλικία, όχι προθεσμία.
