Υπάρχει μια φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια, άλλοτε χαριτολογώντας κι άλλοτε με μια μικρή δόση απογοήτευσης: «Οι πιο διαθέσιμοι είναι οι δεσμευμένοι». Όσο υπερβολική κι αν ακούγεται, αξίζει να σταθεί κανείς λίγο περισσότερο σε αυτό που κρύβεται πίσω της. Αναρωτιέμαι γιατί υπάρχει η αίσθηση ότι στις μέρες μας τα όρια των σχέσεων έχουν γίνει περισσότερο ρευστά; Ότι η ύπαρξη μιας σχέσης δεν σημαίνει απαραίτητα και συναισθηματική ή ερωτική μη διαθεσιμότητα προς τους υπόλοιπους;
Είναι πράγματι ένα φαινόμενο της εποχής ή μήπως οι άνθρωποι έκαναν ανέκαθεν περίπου τα ίδια, απλώς σήμερα υπάρχουν περισσότεροι τρόποι να γίνονται ορατά; Η απιστία δεν γεννήθηκε μαζί με τα social media, ούτε η ανάγκη για επιβεβαίωση, η έλξη προς το καινούργιο, η περιέργεια ή η επιθυμία ενός ανθρώπου να αισθανθεί ξανά ποθητός. Όλα αυτά υπήρχαν πολύ πριν εμφανιστεί μια οθόνη ανάμεσα στους ανθρώπους!
Αυτό που άλλαξε είναι η πρόσβαση. Κάποτε ο κόσμος ενός ανθρώπου περιοριζόταν, σε μεγάλο βαθμό, στους ανθρώπους που μπορούσε πραγματικά να συναντήσει. Στη γειτονιά, στη δουλειά, στις παρέες, στους φίλους των φίλων του. Υπήρχε ένας συγκεκριμένος κοινωνικός κύκλος και, μαζί του, ένας συγκεκριμένος αριθμός πιθανών γνωριμιών. Σήμερα, μέσα σε λίγα λεπτά, ένας άνθρωπος μπορεί να «βρεθεί» ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους που, υπό διαφορετικές συνθήκες, πιθανότατα δε θα συναντούσε ποτέ.
Μια φωτογραφία, μια ιστορία, ένα reaction, ένα μήνυμα. Εκεί που κάποτε χρειαζόταν μια πραγματική συνάντηση για να δημιουργηθεί μια πιθανότητα, σήμερα μπορεί να αρκούν μερικά δευτερόλεπτα. Δεν αυξήθηκαν, λοιπόν, μόνο οι ευκαιρίες γνωριμίας, αλλά μίκρυνε και η απόσταση ανάμεσα στην επιθυμία και στην πράξη. Μια στιγμιαία περιέργεια, μια ανάγκη για επιβεβαίωση ή μια έλξη δε χρειάζεται πλέον να συναντήσει τόσα εμπόδια για να μετατραπεί σε επικοινωνία, γιατί, πολύ απλά, η δυνατότητα βρίσκεται κυριολεκτικά στην παλάμη του χεριού.
Πίσω, όμως, από τη διαθεσιμότητα ενός δεσμευμένου ανθρώπου δεν υπάρχει πάντοτε η ίδια ιστορία. Μπορεί να υπάρχει η ανάγκη να διαπιστώσει ότι εξακολουθεί να αρέσει, να προκαλεί ενδιαφέρον, να είναι ορατός στα μάτια κάποιου άλλου. Ίσως να είναι η έλξη του καινούργιου, η αναζήτηση έντασης ή η δυσκολία να αντέξει τη σταθερότητα όταν εκείνη πάψει να συνοδεύεται από τον ενθουσιασμό της αρχής. Μπορεί, ακόμη, να υπάρχει συναισθηματική απόσταση μέσα στην ίδια τη σχέση, ανεκπλήρωτες ανάγκες ή δυσκολία ουσιαστικής δέσμευσης.
Τίποτα από αυτά δεν αποτελεί καθολική εξήγηση, ούτε φυσικά δικαιολογία! Υπενθυμίζει, όμως, ότι πίσω από μια συμπεριφορά υπάρχει ένας άνθρωπος και πίσω από τον άνθρωπο μια ανάγκη, μια έλλειψη, ένας φόβος ή μια επιλογή για την οποία εξακολουθεί να φέρει την ευθύνη. Η τεχνολογική εξέλιξη, σίγουρα, δεν δημιούργησε αυτές τις ανθρώπινες ανάγκες, όμως τις βοήθησε να εκφραστούν… Έδωσε χώρο στην ανάγκη για επιβεβαίωση, στην επιθυμία να αρέσει κανείς και στην ιδέα ότι «κάπου εκεί έξω υπάρχει πάντα κάτι ακόμη». Κάποιος/α που δεν κουβαλά τις δύσκολες συζητήσεις, τις υποχρεώσεις, τις σιωπές και όλα εκείνα που αναπόφευκτα αποκτά μια πραγματική σχέση όταν πάψει να είναι μόνο προσδοκία και γίνει ζωή.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της εποχής: η σχεδόν μόνιμη έκθεση στην πιθανότητα, στο «τι άλλο υπάρχει;». Αυτή η ελευθερία, όμως, δεν χρειάζεται να δαιμονοποιηθεί· μπορεί να είναι κατάκτηση. Οι άνθρωποι έχουν σήμερα περισσότερες δυνατότητες να επιλέγουν, να απομακρύνονται από σχέσεις που δεν τους χωρούν, να επαναπροσδιορίζουν όσα χρειάζονται και να συναντούν ανθρώπους πέρα από τα στενά όρια του κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Για ανθρώπους που κάποτε εγκλωβίζονταν σε σχέσεις εξαιτίας κοινωνικών ρόλων, αυτή η ελευθερία έχει μια ιδιαίτερη σημασία.
Επομένως, η ουσία δεν είναι να εξιδανικευτεί μια εποχή κατά την οποία οι επιλογές ήταν λιγότερες, ούτε να θεωρηθεί ότι η ελευθερία έκανε τους ανθρώπους λιγότερο ικανούς να αγαπήσουν. Το ερώτημα είναι: «Τι συμβαίνει όταν μια διαχρονική ανθρώπινη ανάγκη για επιβεβαίωση, αποδοχή και επιθυμία συναντά τόσες πολλές και τόσο άμεσα προσβάσιμες επιλογές;». Ο άνθρωπος δεν έγινε περισσότερο άπιστος ή λιγότερο ικανός να δεσμευτεί· απλά, ποτέ άλλοτε δεν είχε τόσες πιθανότητες διαθέσιμες ταυτόχρονα.
Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή την αλλαγή, αυτό που παραμένει πεισματικά διαχρονικό είναι ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί να θέλει να αγαπηθεί, να νιώθει σημαντικός για κάποιον, να αισθανθεί ότι κάποιος τον βλέπει πραγματικά και όχι απλώς ως μία ακόμη πιθανότητα ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες. Οπότε το πραγματικό ερώτημα ίσως να μην είναι αν υπάρχουν περισσότεροι «διαθέσιμοι δεσμευμένοι», αλλά τι σημαίνει δέσμευση μέσα σε έναν κόσμο όπου η δυνατότητα για κάτι άλλο βρίσκεται συνεχώς μπροστά στα μάτια του. Θα μπορούσε μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των σύγχρονων σχέσεων να είναι: «Να υπάρχει μπροστά σου ένας ολόκληρος κόσμος και, παρ’ όλα αυτά, να μπορεί κανείς ακόμη και τότε να συναντήσει τον πραγματικά δικό του άνθρωπο»;
