Σου λένε το όνομά του και συνεχίζεις να κόβεις το ψωμί. Δεν σταματά το χέρι, δεν αλλάζει η ανάσα, δε χρειάζεται να υποδυθείς ότι δεν σε νοιάζει. Ρωτάς ποιος θέλει άλλο κρασί. Και κάπου ανάμεσα στο ποτήρι που γεμίζεις και στην κουβέντα που συνεχίζεται, καταλαβαίνεις πως αυτό ήταν. Ο άνθρωπος για τον οποίο κάποτε δεν μπορούσες να καταπιείς μπουκιά μόλις πέρασε από το τραπέζι σου ως πληροφορία.
Θα περίμενες κάτι πιο αντάξιο της ιστορίας σας. Έναν τελευταίο σεισμό, έστω μια μικρή μετασεισμική δόνηση για τους τύπους. Τόση αγρύπνια, τόσα χιλιόμετρα, τόσες αποφάσεις που πάρθηκαν επειδή υπήρχε εκείνος. Και τώρα το νευρικό σου σύστημα δεν καταδέχτηκε ούτε μια θεατρική παύση. Συγγνώμη κιόλας που η ζωή σου συνέχισε χωρίς να ζητήσει άδεια από τον μεγαλύτερο έρωτά σου.
Γιατί όσο πονάς, υπάρχει ακόμη κάτι να αναγνωρίσεις. Έχεις θυμό, παράπονο, μια πρόταση που θέλεις να του πεις αν τον πετύχεις. Έχεις φανταστεί πόσο όμορφα θα σταθείς απέναντί του, πόσο αδιάφορα θα χαμογελάσεις, τι θα καταλάβει όταν σε δει. Πρόβα αδιαφορίας με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Κάποτε, όμως, σταματάς να ετοιμάζεσαι για εκείνη τη συνάντηση. Δεν έχεις τίποτα να αποδείξεις στο υποθετικό του βλέμμα.
Το καταλαβαίνεις από κάτι γελοία μικρό. Μια φωτογραφία εμφανίζεται στο κινητό και δεν τη μεγεθύνεις. Δεν ψάχνεις ποιος στέκεται δίπλα του, δεν εξετάζεις αν χαμογελάει περισσότερο απ’ ό,τι μαζί σου. Μπορεί να προσέξεις ότι άλλαξε μαλλιά. Ύστερα ψάχνεις τη φωτογραφία της απόδειξης που χρειαζόσουν. Η προδοσία προς το παλιό σας μεγαλείο ολοκληρώνεται με ένα πρακτικό ζήτημα.
Κι εκεί μπορεί να σε πιάσει μια απορία. Πώς γίνεται; Αυτός ήταν ο άνθρωπος που έφτανε να μπει σε ένα δωμάτιο για να αλλάξει ο τρόπος που στεκόσουν μέσα του. Ήξερες τον ήχο του αυτοκινήτου του. Ξεχώριζες από ένα «καλά» αν κάτι είχε συμβεί. Είχες αποθηκεύσει λεπτομέρειες που δεν χρησίμευαν πουθενά αλλού. Τώρα χρειάζεται να σκεφτείς πότε έχει γενέθλια. Το μυαλό σου αποσύρει αρχεία χωρίς καν να σε ενημερώνει.
Δεν χρειάζεται να ήταν ψεύτικο για να έχει τελειώσει τόσο ολοκληρωτικά. Το ότι σήμερα δεν σου λείπει δεν ακυρώνει τις νύχτες που σου έλειπε ενώ κοιμόταν δίπλα σου. Ούτε χρειάζεται να βγάλεις όλη την ιστορία κακή για να δικαιολογήσεις την ησυχία σου. Μπορεί να υπήρξε μεγάλος έρωτας. Μπορεί να τον ήθελες όσο κανέναν μέχρι τότε. Και σήμερα να μη θέλεις ούτε να μάθεις αν έχει κρατήσει τις φωτογραφίες σας.
Μας αρέσει, βέβαια, να δίνουμε στους μεγάλους έρωτες ισόβια δικαιώματα. Να πιστεύουμε πως κάπου θα τσιμπάει πάντα, πως ένα τραγούδι θα βρίσκει αιωνίως το σωστό σημείο, πως ο ένας θα αναγνωρίζει τον άλλον ακόμη κι ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους. Ωραίο για φινάλε ταινίας. Εξαντλητικό ως υποχρέωση για τα επόμενα σαράντα χρόνια. Δεν γίνεται κάθε φορά που είσαι καλά να περνάς από το παρελθόν για να του αφήσεις ένα μικρό πένθος, μην τυχόν και θεωρηθεί ότι δεν αγάπησες αρκετά.
Υπάρχει μια παράξενη μοναξιά στο να έχεις ξεπεράσει εντελώς κάτι που κάποτε σε όριζε. Οι φίλοι μπορεί ακόμη να χαμηλώνουν τη φωνή όταν τον αναφέρουν. Εσύ περιμένεις να τελειώσουν την πρόταση. Σε προστατεύουν από ένα όνομα που δεν κάνει πια ζημιά. Θυμούνται πόσο δύσκολα στάθηκες στα πόδια σου και αργούν να πιστέψουν ότι τώρα δε χρειάζεται να σε κρατούν. Καμιά φορά αργείς κι εσύ. Ελέγχεις για λίγο τον εαυτό σου, σαν να σου ξέφυγε η αντίδραση. Τίποτα.
Κάποτε είχες σκεφτεί τι θα έκανες αν επέστρεφε. Είχες έτοιμη την πρώτη πρόταση, ίσως και το πρόσωπο με το οποίο θα την έλεγες. Τώρα δοκιμάζεις για μια στιγμή αυτή την πιθανότητα και δεν σου έρχεται συνέχεια. Να καθίσετε πού; Να πείτε τι; Τον ξέρεις αρκετά για να θυμάσαι πώς αγαπηθήκατε. Τόσο λίγο πια, που δεν ξέρεις τι θα κάνατε μαζί ένα απόγευμα.
Και ίσως το πιο οριστικό να είναι πως δε θέλεις να μάθει πόσο λίγο σε αφορά. Δε σε ενδιαφέρει να πληροφορηθεί ότι είσαι καλά, να ζηλέψει, να μετανιώσει. Δεν στήνεις μια ευτυχία απέναντί του για να την κοιτάζει. Τη ζεις χωρίς να υπολογίζεις από πού θα φτάσει η είδηση. Το τέλος έχει γίνει επιτέλους δικό σου, χωρίς θεατή. Κάποτε θα έλεγες ότι από έναν τέτοιο έρωτα κάτι μένει πάντα. Θα το έλεγες με τη σιγουριά ανθρώπου που δεν έχει γνωρίσει ακόμη το απόλυτο τίποτα. Τώρα ακούς το όνομά του, γεμίζεις ένα ποτήρι και συνεχίζεις. Δεν έχεις ούτε μια τελευταία κουβέντα να του στείλεις.
Στο τραπέζι κάποιος σε κοιτάζει προσεκτικά. «Δε σε πειράζει που μιλάμε γι’ αυτόν;» Σε πιάνει σχεδόν απροετοίμαστη η ερώτηση. Κουνάς το κεφάλι και του δίνεις το κρασί. Κάποτε, για χάρη αυτού του ονόματος, θα έφευγες από το τραπέζι. Απόψε ζητάς να σου περάσουν το αλάτι.
Ούτε στάχτη. Από έναν έρωτα που κάποτε θα έκαιγε και το χέρι που θα έγραφε το τέλος του.
