Εσύ τι φοβάσαι πιο πολύ;

Φαντάσου να πεινάς. Πεινάς για καιρό, αλλά δεν μπορείς να φας. Φοβάσαι ότι θα πνιγείς γιατί δε μασάς αρκετά καλά, ότι θα σου κάτσει το φαΐ στον λαιμό, ότι θα κάνεις εμετό, ότι θα στερήσεις τη μερίδα από κάποιον άλλο, ότι θα χαραμίσεις το φαΐ, ότι θα σε κοροϊδέψουν, ότι θα σπαταλήσεις ενέργεια, χρήματα ή χρόνο για το τίποτα. Ζεις με υποκατάστατα, σούπες, χυμούς, τσάγια, ποτά, αλλά κατά καιρούς δε χορταίνεις με τίποτα απ’ αυτά. Ανά περιόδους σου μένει στο μυαλό ένα φαγητό. Πείθεις τον εαυτό σου ότι δεν θα ’ναι καλό, δεν αξίζει το ρίσκο και ξανά όλα τα υπόλοιπα.

Τώρα σου ’χει κολλήσει στο μυαλό, ας πούμε, μια μπριζόλα. Αποφασίζεις να πας στο εστιατόριο. Λες «θα φάω», δεν μπορείς να συγκρατήσεις την πείνα σου. Τώρα λες «μπορώ, θα φάω». Κάθεσαι, παραγγέλνεις. Τη βλέπεις, τη μυρίζεις, την κόβεις. Αλλά μένεις στον πουρέ και τη σαλάτα. Πείθεις τον εαυτό σου ότι θα ’ναι πολύ αλμυρή, ότι δεν είναι καλά ψημένη. Φεύγεις. Αυτό ήταν κάπως ανακουφιστικό.

Κάθε λίγο καιρό επιστρέφεις στο εστιατόριο. Με την ίδια ορμή, με την ίδια σιγουριά. Κάθε φορά φεύγεις χωρίς να φας, ενίοτε πριν έρθει καν η παραγγελία. Κάθε φορά ματαιώνεσαι. Κάθε φορά πείθεσαι ακόμα περισσότερο ότι δεν μπορείς να φας. Άλλοτε νιώθεις περισσότερη πίεση, άλλοτε λιγότερη. Θα μπορούσαμε να μιλάμε για την κατάθλιψη. Ας μιλήσουμε όμως για τον φόβο οικειότητας.

Όλοι οι άνθρωποι, ανεξαιρέτως (και δεν μπορεί να τονιστεί αυτό αρκετά), έχουν ανάγκη από οικειότητα. Βρέφη, έφηβοι, νέοι, μεσήλικες, γέροι. Όλοι αναζητούν οικειότητα σε κάθε μορφή. Όλοι χρειαζόμαστε φροντίδα και αγάπη. Ο φόβος οικειότητας δεν περιορίζεται στις ερωτικές σχέσεις και στα ζητήματα δέσμευσης, αλλά διευρύνεται σε κάθε είδους σχέση που μπορεί να πάει λίγο βαθύτερα. Κάθε είδους σχέση μπορεί να φέρει τους ανθρώπους λίγο κοντινότερα.

Και όχι, δεν είναι «πρόβλημα». Ίσως όμως να κάνει κάποιες ζωές λίγο δυσκολότερες, λίγο πιο αγχωμένες, ίσως κάποιες φορές λιγότερο ευτυχισμένες και άνετες. Ναι, υπονοείται εδώ ότι η οικειότητα είναι μια εκ των βασικών ανθρωπίνων αναγκών. Η έλλειψή της μπορεί να μην προκαλεί τον θάνατο, μπορεί να μην είναι εμφανής, αλλά πληγώνει, δημιουργεί ψυχικές εξαρτήσεις, φέρνει πόνο, άγχος, δυσκολίες.

Ακόμα και αν καμιά φορά ενδώσεις και φας, έχεις τόσο πειστεί από τον φόβο σου ότι δεν μπορείς, που μπορεί κάποιες φορές και να πνιγείς. Η προφητεία σου μπορεί να εκπληρωθεί από εσένα τον ίδιο. Και ακόμα κι αν δεν γίνει αυτό, έχεις τόσο πειστεί ότι δεν πρέπει να τρως, που αφήνεις το φαΐ να κρυώσει μέχρι να φας. Για να πεις πως είχες δίκιο.

Να σου πω κάτι που δεν περιμένεις; Έχεις δίκιο. Το πιστεύω. Έχεις απόλυτο δίκιο. Φοβάσαι και, άρα, αποφεύγεις. Προστατεύεσαι από αυτό που σε απειλεί, που σε αγχώνει, που σε πιέζει, που σε φοβίζει. Γιατί, πράγματι, το να πληγώσεις ή/και να πληγωθείς (από) έναν άνθρωπο είναι πολύ πιθανότερο μάλλον από το να πνιγείς από μια μπριζόλα. Και στα δύο λειτουργεί το ένστικτο, κι ας είναι υπέρμετρο, κι ας γίνεται παράλογο, κι ας είναι και κάποιες φορές ο φόβος δυσανάλογος του κινδύνου.

Αν έχεις υπάρξει πεινασμένος, μπορώ επίσης να πω με βεβαιότητα ότι μάλλον δεν είσαι μαλάκας. Δεν είσαι κακός άνθρωπος. Μάλλον το αντίθετο. Γι’ αυτό και φοβάσαι. Δεν είμαι ψυχολόγος, ξέρω όμως να πω με σιγουριά ότι όλα αυτά είναι διαχειρίσιμα. Δε θα σου πω ότι θα βρεις το κατάλληλο φαγητό, γιατί δεν το πιστεύω. Αξίζεις όμως να χορτάσεις και να μπορείς να τρως όσο θες τη φορά, χωρίς να φοβάσαι, χωρίς να πιέζεσαι. Όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη την αγάπη και όλοι την αξίζουν.

Δεν είναι παράλογο να αποφεύγεις κάτι που επιθυμείς, ειδικά όταν έχεις μάθει να το αντιλαμβάνεσαι ως επικίνδυνο. Η αποφυγή μπορεί να προσφέρει ανακούφιση. Μπορεί να σε προστατεύσει από την απόρριψη, την απογοήτευση, την έκθεση, την απώλεια του ελέγχου, την εγκατάλειψη. Το τίμημα, όμως, είναι ότι σε προστατεύει και από όσα αναζητάς. Κι έτσι μπορεί να περάσει πολύς καιρός προσπαθώντας να αποφύγεις τον πόνο μιας πιθανής απώλειας, βιώνοντας καθημερινά τον πόνο μιας πραγματικής απουσίας.

Όσο περνά ο καιρός, δεν πεινάς λιγότερο. Απλώς μαθαίνεις να ζεις με την πείνα σου. Μαθαίνεις να την αμφισβητείς, να την υποτιμάς, να την καλύπτεις με οτιδήποτε. Μαθαίνεις να λες πως δεν πειράζει, πως μπορείς και χωρίς αυτό, πως ίσως τελικά να μην το ήθελες τόσο πολύ, πως δεν το χρειάζεσαι. Μέχρι που κάποια στιγμή δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις αν δεν θέλεις πια να φας ή αν έχεις απλώς κουραστεί να προσπαθείς. Ίσως και να πειστείς πως απλά δεν γουστάρεις να τρως, αυτό είσαι, δεν είσαι τύπος που τρώει. Αργά ή γρήγορα όμως επιστρέφεις στο εστιατόριο.

Ίσως, τελικά, το δυσκολότερο δεν είναι να παραδεχτείς ότι πεινάς. Ίσως είναι το να αποδεχτείς ότι η πείνα σου δεν πρόκειται να εξαφανιστεί μόνο και μόνο επειδή έμαθες να μην την ικανοποιείς. Ίσως, λοιπόν, το ζήτημα να μην είναι το πώς θα πάψουμε να φοβόμαστε την οικειότητα. Ίσως είναι πώς θα μάθουμε να αναγνωρίζουμε τον φόβο χωρίς να τον αφήνουμε να αποφασίζει πάντα για εμάς. Αν αποφεύγεις επειδή φοβάσαι, πόσο ελεύθερος είσαι;

Αν έχεις υπάρξει η μπριζόλα, δε φταις εσύ. Δεν είναι ότι θα μπορούσες να είχες κάνει κάτι διαφορετικά. Λυπάμαι, μπορεί να μην έχει να κάνει και καθόλου μαζί σου. Μπορεί να ήσουνα και το κατάλληλο φαγητό, αν υπάρχει τέλος πάντων κάτι τέτοιο. Όσο δύσκολο κι αν είναι, μην το παίρνεις προσωπικά. Έχεις και εσύ δίκιο πάντως. Σε όλα τα γιατί και τα πώς γίνεται. Δεν φέρεις την ευθύνη, δεν είσαι υποχρεωμένος μόνο να κατανοείς, να δίνεις, να περιμένεις.

Είναι όμως και κάτι άλλο σημαντικό. Η οικειότητα ούτε σημαίνει ούτε εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Η ύπαρξη ανάγκης για τέτοια σύνδεση δεν συνεπάγεται ότι όλοι επιθυμούν και επιχειρούν τις ίδιες μορφές εγγύτητας. Δεν ξέρω πού θέλω να καταλήξω. Και αφού σκοπός ήταν να μοιραστώ τις επίπονες σκέψεις μου, θα πω και την τελευταία. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ να σώζει και τους δύο είναι η επικοινωνία. Ας προσπαθήσουμε να το μιλάμε, όσο άβολο κι αν είναι. Τουλάχιστον να βρούμε τι μπορούμε και τι όχι, παρέα.

Συντάκτης: Guest Pillowfighter