Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπιούνται και παρ’ όλα αυτά καταλήγουν να χάνονται. Όχι επειδή έπαψαν να νιώθουν, ούτε επειδή κάποιος τρίτος μπήκε ανάμεσά τους. Αλλά επειδή κάποια στιγμή σταμάτησαν να μιλούν. Άρχισαν να κρύβουν τις σκέψεις τους, να καταπίνουν τα παράπονά τους και να περιμένουν από τον άλλον να καταλάβει όλα εκείνα που οι ίδιοι δεν είχαν το θάρρος να εξηγήσουν.

Κι αν το καλοσκεφτείς, πόσο παράξενο είναι αυτό; Να μπορείς να κοιμάσαι δίπλα σε έναν άνθρωπο, να γνωρίζεις τις συνήθειές του, να αναγνωρίζεις το γέλιο του μέσα σε ένα γεμάτο δωμάτιο, αλλά να δυσκολεύεσαι να του πεις τι πραγματικά συμβαίνει μέσα σου. Γιατί μάθαμε να θεωρούμε την ευαλωτότητα αδυναμία. Να πιστεύουμε πως εκείνος που εκφράζει πρώτος τα συναισθήματά του είναι και εκείνος που χάνει. Σαν να πρόκειται ο έρωτας για κάποιο παιχνίδι εξουσίας, όπου ο νικητής είναι αυτός που θα δείξει λιγότερα, θα αντέξει περισσότερο και θα φύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω. Μόνο που οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι διαγωνισμός αντοχής.

Είναι δύο άνθρωποι που προσπαθούν να συναντηθούν κάπου στη μέση, κουβαλώντας ο καθένας τις δικές του ανασφάλειες, τα τραύματα και τις προηγούμενες απογοητεύσεις του. Και καμιά φορά, μέσα σε αυτή την προσπάθεια, ξεχνούν πως ο άνθρωπος απέναντί τους δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει όσα συμβαίνουν στο μυαλό τους.

Πόσες φορές είπες «δεν έχω τίποτα», ενώ μέσα σου γινόταν ολόκληρη μάχη; Πόσες φορές απάντησες «κάνε ό,τι θέλεις», ελπίζοντας πως θα επέλεγε αυτό που πραγματικά επιθυμούσες; Και πόσες φορές περίμενες ένα μήνυμα, μια κίνηση, μια συγγνώμη, χωρίς ποτέ να έχεις εξηγήσει πόσο πολύ τη χρειαζόσουν;

Αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα του έρωτα. Θέλουμε να μας γνωρίζουν απόλυτα, αλλά φοβόμαστε να αποκαλυφθούμε ολοκληρωτικά. Φοβόμαστε πως αν πούμε «μου λείπεις», θα φανερώσουμε την εξάρτησή μας. Αν παραδεχτούμε «ζηλεύω», θα φανούμε ανασφαλείς. Αν ψιθυρίσουμε «φοβάμαι μήπως σε χάσω», θα δώσουμε στον άλλον τη δυνατότητα να μας πληγώσει.

Έτσι, επιλέγουμε τη σιωπή. Μια σιωπή που στην αρχή μοιάζει προστατευτική, σχεδόν ανακουφιστική. Δε χρειάζεται να εξηγήσουμε, να απολογηθούμε, να εκτεθούμε. Μόνο που όσο περνά ο καιρός, όσα δε λέγονται αρχίζουν να συσσωρεύονται. Μια παρεξήγηση γίνεται απόσταση. Μια απόσταση μετατρέπεται σε συνήθεια. Κι εκεί που κάποτε υπήρχαν ατελείωτες συζητήσεις μέχρι τα ξημερώματα, ξαφνικά υπάρχουν δύο άνθρωποι που δεν ξέρουν από πού να ξεκινήσουν.

Και τότε εμφανίζεται ο εγωισμός. Εκείνο το μικρό, ύπουλο κομμάτι του εαυτού μας που ψιθυρίζει «αν θέλει, ας έρθει», «αν νοιάζεται, θα καταλάβει», «δεν πρόκειται να κάνω πάλι εγώ το πρώτο βήμα».

Κι όμως, πόσες σχέσεις θα μπορούσαν να είχαν σωθεί αν κάποιος είχε αφήσει για λίγο στην άκρη την ανάγκη του να έχει δίκιο; Αν αντί για μια ειρωνική απάντηση είχε πει «με πλήγωσες». Αν αντί να απομακρυνθεί είχε εξηγήσει «αυτό που συνέβη με έκανε να φοβηθώ». Αν αντί να περιμένει μια απόδειξη αγάπης είχε τολμήσει να ζητήσει μια αγκαλιά. Δεν είναι εύκολο. Κανείς δεν ισχυρίζεται πως είναι. Ειδικά όταν έχεις μάθει να προστατεύεις τον εαυτό σου κρατώντας αποστάσεις. Όταν έχεις πληγωθεί στο παρελθόν και κάθε καινούρια διαφωνία ξυπνά έναν παλιό φόβο. Τότε, ακόμη και μια απλή συζήτηση μπορεί να μοιάζει επικίνδυνη. Γιατί δεν ακούς μόνο όσα σου λέει ο άνθρωπος απέναντί σου. Ακούς ταυτόχρονα και όλα εκείνα που κάποτε σου είπαν άλλοι.

Όμως ο άνθρωπος που βρίσκεται σήμερα δίπλα σου δεν μπορεί να πληρώνει συνεχώς για πληγές που δεν προκάλεσε ο ίδιος. Και φυσικά, η επικοινωνία δεν είναι ευθύνη του ενός. Δεν αρκεί να υπάρχει κάποιος πρόθυμος να εξηγεί διαρκώς τα συναισθήματά του, αν απέναντί του βρίσκεται ένας άνθρωπος που αρνείται να ακούσει. Γιατί χρειάζεται θάρρος για να μιλήσεις, αλλά απαιτείται εξίσου μεγάλη ωριμότητα για να ακούσεις κάτι που ενδεχομένως δε σου αρέσει. Να μη μετατρέψεις κάθε παράπονο σε επίθεση. Να μη θεωρήσεις κάθε ανασφάλεια κατηγορία. Να μπορέσεις να πεις «σε ακούω» χωρίς να ετοιμάζεις ταυτόχρονα την απάντησή σου.

Αυτό δε σημαίνει πως κάθε σχέση πρέπει να συνεχίζεται. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι, όσο κι αν αγαπιούνται, δεν μπορούν να συνυπάρξουν με τρόπο υγιή. Υπάρχουν διαφορές που δεν γεφυρώνονται και συμπεριφορές που δεν δικαιολογούνται στο όνομα κανενός συναισθήματος.

Αλλά υπάρχουν και εκείνες οι ιστορίες που δεν τελειώνουν επειδή εξαντλήθηκε η αγάπη. Τελειώνουν επειδή εξαντλήθηκε η προσπάθεια να την καταλάβουν. Και ίσως αυτές να αφήνουν τα περισσότερα αναπάντητα ερωτήματα. Γιατί χρόνια αργότερα μπορεί να μη θυμάσαι με ακρίβεια τον τελευταίο καβγά. Να μην έχει πια σημασία ποιος είχε δίκιο ή ποιος έστειλε το τελευταίο μήνυμα. Εκείνο που ίσως επιστρέφει στη σκέψη σου είναι μια απλή ερώτηση: «Κι αν είχαμε μιλήσει;»

Αν είχαμε καθίσει εκείνο το βράδυ απέναντι ο ένας στον άλλον, χωρίς άμυνες και προσχήματα; Αν είχαμε παραδεχτεί πως πίσω από τον θυμό κρυβόταν φόβος και πίσω από την αδιαφορία μια τεράστια ανάγκη για επιβεβαίωση; Δε θα μάθουμε ποτέ. Γι’ αυτό, όσο υπάρχει ακόμη χώρος για μια ειλικρινή συζήτηση, μίλα. Όχι για να κρατήσεις κάποιον με το ζόρι, ούτε για να τον πείσεις να σε αγαπήσει. Αλλά για να μη χρειαστεί κάποτε να αναρωτηθείς τι θα είχε συμβεί αν είχες πει την αλήθεια σου.

Γιατί στο τέλος, δεν είναι ντροπή να παραδεχτείς πως αγάπησες. Ούτε πως φοβήθηκες. Ούτε πως κάποια στιγμή χρειάστηκες λίγο περισσότερο τον άνθρωπό σου. Ντροπή δεν είναι να δείξεις την καρδιά σου. Κρίμα είναι να αφήσεις τον εγωισμό σου να μιλήσει τόσο δυνατά, ώστε να μη βρει ποτέ χώρο να ακουστεί η αγάπη σου.

Συντάκτης: Βένια Στάικου