Το πρώτιστο μέλημα ενός γονιού, μόλις αποκτήσει αυτή την ιδιότητα, είναι να προστατεύσει το παιδί του από όλες τις ταλαιπωρίες και τα βάσανα. Να το προετοιμάσει για το τι θα αντιμετωπίσει στην πορεία της ζωής του, να το μάθει να διαχειρίζεται συμπεριφορές και συναισθήματα και να έχει το θάρρος της γνώμης του απέναντι σε ό,τι το ενοχλεί.
Μεγαλώνοντας, το παιδί μαθαίνει τρόπους για να μπορεί να ενδυναμωθεί συναισθηματικά και να αντεπεξέρχεται με τρόπο ουσιαστικό. Να λέει όχι, να θέτει όρια, να διεκδικεί αυτό που του αξίζει και δικαιούται και να φεύγει από τοξικές καταστάσεις που το επηρεάζουν ψυχικά. Οι πιθανότητες να το πετύχει αυτό είναι μεγάλες, αν οι γονείς επιμένουν σθεναρά και συστηματικά.
Τι γίνεται, όμως, αν το παιδί καλείται να απορρίψει μια κατάσταση στο ίδιο του το σπίτι; Μια κατάσταση στην ίδια του την οικογένεια; Διότι υπάρχουν πολλές καταστάσεις σε κάποιο οικογενειακό περιβάλλον που επηρεάζουν την ψυχολογία των μελών του και χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης.
Δυστυχώς, σε κάποιες οικογένειες επικρατούν συνθήκες που από μόνες τους «φωνάζουν» ότι είναι προβληματικές. Σχέσεις που έχουν φθαρεί, ψέματα, εντάσεις και συγκρούσεις συνθέτουν ένα σκηνικό που θέλει αλλαγή. Πολλές φορές, οι γονείς που βρίσκονται μέσα σε αυτή τη δίνη αδυνατούν ή δεν θέλουν να δουν την αλήθεια κατάματα. Παραμένουν σε τέλμα, νομίζοντας είτε ότι δεν μπορεί να επέλθει αλλαγή είτε ότι είναι καλύτερα για τα παιδιά να παραμείνουν σε μια νοσηρή πραγματικότητα.
Το παιδί, βλέποντας όσα διαδραματίζονται γύρω του, περνά από διάφορα στάδια. Αδιαφορεί, εκνευρίζεται, θέλει να αναλάβει δράση, αντιδρά, προβληματίζεται. Το τελευταίο κυρίως έχει να κάνει με το ερώτημα: «Να μιλήσω; Να πω κάτι; Να συμβουλέψω το προφανές;».
Για να μη γίνει ακόμα πιο αβίωτη η κατάσταση, το παιδί οφείλει στον εαυτό του και στους γονείς του να εκφραστεί. Με ήπιο και τρυφερό τρόπο, αλλά να κάνει ξεκάθαρο το μήνυμά του.
1) Πρέπει να εστιάσει στα δικά του συναισθήματα και όχι σε αυτά των γονέων. Να τονίσει το πόσο το επηρεάζουν οι τσακωμοί (πιο πολύ από όσο φαντάζονταν), πόσο του λείπει η ηρεμία και πόσο του έχει λείψει από το σπίτι τους και πώς το αλλάζουν οι εντάσεις και οι συγκρούσεις. Οι γονείς μερικές φορές δεν αντιλαμβάνονται πόσο βαθιά επηρεάζονται τα παιδιά από τις μεταξύ τους συγκρούσεις.
2) Δεν πρέπει να προσπαθεί να τους φέρει κοντά ή να διαμεσολαβήσει για να γεφυρώσουν τις διαφορές τους. Αυτοί οι ρόλοι είναι ενδεχομένως κάποιου ειδικού, αλλά και των ίδιων των γονέων, που πρέπει να καταλάβουν ότι εκείνοι είναι υπεύθυνοι για τη σχέση τους. Κυρίως, όμως, το παιδί δεν πρέπει να παίρνει το μέρος ενός από τους δύο, εκτός κι αν υπάρχει κατάφωρη αδικία ή βία που συντελείται εις βάρος του άλλου.
3) Πρέπει να απαλλαγεί από τύψεις και ενοχές επειδή δεν τους εμπόδισε από το να χωρίσουν. Κάτι που είναι αρκετά δύσκολο, διότι έμφυτα έχουμε την τάση να νιώθουμε άσχημα για κάτι που νομίζαμε ότι μπορούσαμε να αποτρέψουμε. Σκέψεις, εν είδει εσωτερικού μονολόγου, όπως «Μήπως να έκανα υπομονή;», «Μήπως δεν πρέπει να διαλυθεί η οικογένεια;», «Το δύσκολο θα έρθει μετά, μήπως να αντέξουμε ακόμα λίγο;», απλώς παρατείνουν την κατάσταση, τη βαλτώνουν αντί να τη βελτιώνουν.
4) Δεν πρέπει να μετατραπεί σε μοχλό πίεσης. Οι γονείς μπορούν πολύ εύκολα, για να βγουν από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, να πετάνε την μπάλα ο ένας στον άλλον, να χειραγωγούν αντιδράσεις, να χρησιμοποιούν συναισθήματα και να μεταθέτουν ευθύνες. Όλα αυτά τα δείγματα δυσλειτουργικότητας μπορούν να αποφευχθούν με ξεκάθαρα όρια και σαφή διαχωρισμό της θέσης του: «Είμαι το παιδί σας και όχι κομμάτι της σχέσης σας».
5) Ιδανική βοήθεια σ’ αυτόν τον αγώνα είναι να βρει ένα άτομο έξω από την οικογένεια (φίλο, συγγενή, ειδικό) για να το βοηθήσει. Με κάθε τρόπο και σε κάθε στιγμή. Ένα άτομο έμπιστο, εχέμυθο, λογικό και ανοιχτόμυαλο. Για να μπορεί να μοιράζεται όσα νιώθει, να μιλά για όσα θέλει να κάνει χωρίς να κρίνεται και να ζητά συμβουλές που να είναι αντικειμενικές και εφαρμόσιμες.
6) Για τη δική του ψυχική υγεία πρέπει να απεμπλακεί συναισθηματικά από όλες τις εντάσεις που βιώνει, να αποστασιοποιηθεί (κυριολεκτικά και μεταφορικά) από ό,τι δεν το αφορά, να βρίσκει χρόνο για όσα το ευχαριστούν και να μην αλλάξει καθόλου τις καθημερινές του συνήθειες.
7) Η συζήτηση μαζί τους είναι αναπόφευκτη. Αλλά για να έχει νόημα, πρέπει να γίνει με απόλυτη ειλικρίνεια και με διάθεση να πάνε μέχρι βάθους. Να εκφραστούν για όλα, να μιλήσουν για τα πάντα και να εστιάσουν στο πώς να βγουν από όλο αυτό που ζουν. Όχι στο πώς να το βελτιώσουν, αλλά στο πώς να το τερματίσουν.
Το παιδί οφείλει να εκφράσει όσα βιώνει και αισθάνεται με κεντρικό άξονα το ότι δεν θέλει και δεν πρέπει να είναι μαζί απλώς για χάρη της οικογένειας. Δύο γονείς που είναι ήρεμοι και ευτυχισμένοι χωριστά είναι καλύτεροι από δυο γονείς που είναι δυστυχείς και θλιμμένοι, αλλά ζουν μαζί.
Το σπίτι μας και η οικογένειά μας, αδιαπραγμάτευτα θεμέλια της προσωπικής μας ασφάλειας, είναι τα μέρη που ο κάθε άνθρωπος, το κάθε παιδί θα θέλει να επιστρέψει, όχι να κάνει διάλειμμα. Και όσο πιο νωρίς συνειδητοποιήσει το παιδί ότι δεν είναι δική του ευθύνη να κρατήσει μια οικογένεια ενωμένη, τόσο πιο σύντομα θα αναλάβει δράση για να απαλλάξει όλους τους εμπλεκόμενους από μια αδιέξοδη πραγματικότητα.
