Είναι τόσο όμορφο όταν οι δυο γίνονται ένα. Τίποτα πιο όμορφο, όμως, όταν αυτό δε μένει μόνο στα λόγια, αλλά περνάει στις πράξεις. Να δίνεις και να παίρνεις, χωρίς την ανάγκη ανταλλάγματος όλα να γίνονται με αυτή τη μαγική έννοια, την αμοιβαιότητα.

Φιλιά απρόσμενα, αγκαλιές ξαφνικές χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, ένα «σ’ ευχαριστώ για όλα αυτά που είσαι», ένα «μου λείπεις» ακόμη κι αν έχεις να δεις τον άλλο μερικές ώρες. Κι ακόμη κι όταν έχετε πια μέρες να ιδωθείτε, να είναι τόσο ζωντανός στο μυαλό σου, που να είναι σαν να ‘ναι εκεί.

Έτσι γίνεται τώρα τελευταία, ε; Μα και φυσικά, πώς αλλιώς; Αφού οι άνθρωποι φεύγουν και ναι, αφήνουν πίσω τους συντρίμμια. Μα οι πόρνες οι αναμνήσεις, δεν πεθαίνουν έτσι απλά, ο θάνατός τους έρχεται αργά και βασανιστικά. Και τα πράγματα, τι γίνεται με τα πράγματα που μένουν πίσω;

Ένα καφέ φούτερ και μια μαύρη φόρμα ήταν. Θυμάσαι; Ήμουν τόσο περήφανη που κατάσχεσα εκείνο το μεσημέρι κάτι δικό σου. Και μ’ έκανες τόσο χαρούμενη που μου έφερες κάτι δικό σου πριν καν στο ζητήσω.

Την ημέρα εκείνη που αποφάσισες να χωρίσεις τους δρόμους μας, είχα ξυπνήσει με την ανυπομονησία ενός μικρού παιδιού. Είχα σκεφτεί ήδη πώς θα σετάρω το φούτερ, δε σου λέω δα για το καμάρι που ένιωσα όταν οι φίλοι μου είπαν πως μου πάει. Και το τέλος ήρθε κι εμένα με βρήκε να φοράω εκείνο.

Το σιχάθηκα, όπως σιχάθηκα κι εσένα. Σκέφτηκα να το κάψω, να το χαρίσω, να στο στείλω πακέτο, κάτι με κράτησε πίσω. Το έβαλα μέσα σε μια ντουλάπα που δεν ανοίγω ποτέ. Κατάλαβες τι έκανα; Έβαλα τον πόνο μου στην αποθήκη μου. Μέχρι καιρός πέρασε κι όταν μια μέρα άνοιξα να πάρω κάτι, βρέθηκα αντιμέτωπη με τα συντρίμμια της κάποτε ζωής μου. Έβγαλα λοιπόν τα ρούχα σου, τα κρέμασα απέναντί μου κι άναψα τσιγάρο.

Προσπαθούσα να σκεφτώ γιατί ποτέ δε στα έστειλα, γιατί δεν τα κατέστρεψα. Το ένα τσιγάρο έφερε το άλλο κι εμένα με βρήκε το πρωί. Τα φόρεσα, έκλεισα την πόρτα του σπιτιού και κατέβηκα στη θάλασσα και τότε κατάλαβα. Δε στα έστειλα γιατί δεν ήθελα να μου τα πάρεις κι αυτά, τώρα πια είναι δικά μου. Ήταν τα μοναδικά χειροπιαστά πράγματα που μου έμειναν από εσένα και τότε κατάλαβα πόσο πολύ τα αγαπούσα.

Δεν μπορούσα να καταστρέψω κάτι δικό σου, εδώ είχα την ευκαιρία να διαλύσω εσένα ολόκληρο, αυτά θα την πλήρωναν; Αυτά τα ρούχα μου θύμιζαν μια απ’ τις ομορφότερες νύχτες της ζωής μου. Την πήρες πίσω, να μην κρατήσω κάτι να τη θυμάμαι;

Τα έβγαλα απ’ την ξεχασμένη ντουλάπα κι άρχισα να τους δείχνω αγάπη. Τα δύσκολα βράδια τα παίρνω αγκαλιά, άλλοτε τα βρέχω με δάκρυα κι αλκοόλ κι άλλοτε μας θυμάμαι και χαμογελάω. Τα δύσκολα και σημαντικά πρωινά τα φοράω. Ακόμη, λοιπόν, έχω τα ρούχα σου κι ας μην έπρεπε. Μα τώρα πια είναι δικά μου, όπως και πολλά άλλα δικά σου κομμάτια.

Έτσι νιώθω πως γυρνάω πίσω τον χρόνο, νιώθω αδύναμη, μα παράλληλα πιο δυνατή από ποτέ. Εσύ με διέλυσες κι εγώ βλέποντας τι έκανες σου χαμογέλασα. Μάντεψε ποιος απ’ τους δυο μας κέρδισε…

 

Συντάκτης: Μάρω Καλλιοντζή
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη