Φοβάμαι τις αλλαγές και τρέμω το άγνωστο. Κι όπως κάθε τι που μας γεννάει φόβο έτσι και το άγνωστο με γοητεύει. Πολύ. Είτε είναι άνθρωπος, είτε κατάσταση.

Διεγείρεται απ’τις σκέψεις, τις απορίες και τις αμφιβολιές ο εγκέφαλος. Ανεβαίνουν οι παλμοί κι ανάβουν τα αίματα.

Με δυσκολία θα μπω σε άγνωστα νερά αλλά ξέρω πως στο τέλος θα το απολαύσω και θα αρχίσω τα μακροβούτια. Όπως πάντα.

Χειμώνας του 2008 κι ένα απολύτως βαρετό και παγωμένο βράδυ. Αέρας, βροχή κι ότι άλλο χρειάζεται για να μη βγει κανένας απ’το σπίτι του και να μην έχουμε πολύ κόσμο στο μαγαζί. Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος πάνω στα cd ακούω το καμπανάκι της εισόδου, σηκώνω τα μάτια μου να δω ποιος θαρραλέος ξεμύτισε με τον παλιόκαιρο. 

Ένας όμορφος άντρας, γύρω στα σαρανταπέντε, μούσκεμα απ’τη βροχή.
Άγνωστη φάτσα, σίγουρα όχι απ’τα μέρη μας.

Άρχισε η φαντασία μου να οργιάζει για τον άγνωστο γόη. Ρώτησα το μπάρμαν, τη σερβιτόρα, κανένας δεν τον ήξερε και δεν τον είχε ξαναδεί.

Κοιτάω, κοιτάει, κοιτάω, κοιτάει, χαμηλώνω το βλέμμα γιατί ποτέ δεν τα κατάφερα μ’αυτό το ρημάδι το  eye contact.
Εγώ στο πόστο μου, εκείνος στην άκρη του μπαρ. Εγώ μουσικές, εκείνος ποτό.

Έρχεται το πρώτο σφηνάκι, χαμογελώ, του γνέφω στην υγειά του, μέχρι να ξανακοιτάξω είχε εξαφανιστεί.

Απογοητεύτηκα αλλά ανακουφίστηκα. Που να μπλέκω τώρα;

Τον σκέφτηκα δυο-τρεις φορές μέχρι που πέρασε ένας μήνας και τσουπ! Ο άγνωστος γόης ξανά στην ίδια θέση, τελευταίο σκαμπό, στην άκρη του μπαρ.
Το σφηνάκι έγινε ποτό κι έξοδος στο ρεπό μου.

Ένας άγνωστος άντρας που ήρθε στα μέρη μου για δουλειές κι εγώ δεν ξέρω από που κρατάει η σκούφια του και αυτό τον κάνει ακόμα πιο γοητευτικό στα μάτια μου.

Επιλέξαμε να μη γνωριστούμε καλύτερα για να μη χαθεί αυτό το κομμάτι του παιχνιδιού.
Αφήσαμε λεπτομέρειες της ζωής μας και άλλα προσωπικά στο σκοτάδι.

Η φαντασία φουντώνει εκεί. Δε θέλει φως.

Το άγνωστο μας γοητεύει. Μας φοβίζει αλλά κυρίως μας μαγεύει.
Σε βγάζει απ’τη γλυκιά ραστώνη σου, φεύγεις απ’τα ήσυχα νερά, αλλάζεις θάλασσα, δοκιμάζεσαι σε κάτι που δεν ξέρεις τί είναι, ποιός είναι, που θα πάει, που θα καταλήξει.

Όπως κάθε παιχνίδι έτσι κι αυτό έχει τους κανόνες του.
Το θέμα είναι να μπορείς να κρατήσεις τους ρόλους ως έχουν. Να αφεθείς να παίξεις κι όχι να προσπαθήσεις να λύσεις τους γρίφους. Μόνο έτσι παίζεται, αλλιώς χάνει τη γοητεία του.

Και όχι μόνο με έναν άγνωστο άνθρωπο αλλά και με μια ξένη κατάσταση που θα σε ξεβολέψει και θα σε ταρακουνήσει.

Αν είσαι έτοιμος βουρ για τα πιο μαγευτικά σκοτάδια. Αν όχι πλατσούρισε στα ασφαλή νερά που πατώνεις. 

 

Συντάκτης: Γεωργία Χατζηγεωργίου