Πολλοί άνθρωποι, γύρω μας, είναι εθισμένοι στη μοναξιά. Επιδιώκουν να μένουν μόνοι τους τις περισσότερες ώρες της μέρας, χωρίς να έχουν κάποιον πάνω απ’ το κεφάλι τους να του δίνουν αναφορά. Βγαίνουν, πίνουν, ξενυχτάνε και προτιμούν το επόμενο πρωινό να τους βρίσκει μόνους, στη γαλήνια ησυχία του άδειου τους σπιτιού. Συνειδητοποιημένοι, ατίθασοι, ξεκάθαροι, επιθυμούν να μην έχουν κάποιον να μοιράζονται τα πρωινά τους, ενώ η αγαπημένη τους ταινία, όπως είναι φυσικό, ακούει στον τίτλο «Μόνος στο σπίτι».

Όταν ξυπνάνε, δεν υπάρχει κανένας γύρω τους. Το σπίτι ήρεμο, απαλλαγμένο από φωνές και πρωινή γκρίνια, το φως μπαίνει απ’ το παράθυρό τους, ενώ η μυρωδιά του καφέ είναι το πρώτο πράγμα που λαχταρούν να μυρίσουν. Πόσο τυχεροί αυτοί που ξυπνάνε μόνοι κι έχουν τον χρόνο να οργανώσουν με ησυχία τη μέρα και γενικά τις σκέψεις τους! Ανοίγουν τα μάτια, κυκλοφορούν μέσα στο σπίτι όπως να ‘ναι, βάζουν τη μουσική που γουστάρουν (ενίοτε δίνουν και ρεσιτάλ χορού κι υποκλίνονται στο υποτιθέμενο κοινό τους), περνώντας το χρόνο τους συντροφιά με τον εαυτό τους.

Ίσως, η μοναξιά τα πρωινά να είναι προτιμότερη απ’ τη μοναξιά τις νύχτες. Κι αυτό γιατί τα βράδια οι περισσότεροι θυμούνται εντονότερα και σκαλίζουν τις πληγές που ποτέ δεν κατάφεραν να κλείσουν. Τη νύχτα σου λείπει ο άλλος περισσότερο και το σπίτι δύσκολα σε χωράει. Η μοναξιά είναι ασήκωτη κι η ανάγκη να ‘χεις κάποιον δίπλα σου να σε κάνει να ξεχνιέσαι είναι επιτακτική.

Οπότε, μπορώ να καταλάβω, εκείνους που επιθυμούν να ξυπνάνε μόνοι. Να μην έχουν κάποιον να τους ρωτάει με ύφος υπολοχαγού «ακόμα κοιμάσαι;». Να μπαίνουν στην τουαλέτα απευθείας, δίχως να πρέπει να κόψουν νουμεράκι περιμένοντας τη σειρά τους υπομονετικά! Και προπάντων, να μην έχουν κάποιον να τους ζαλίζει, χωρίς καν να έχουν πιει μια κούπα καφέ, στην προσπάθειά τους να θέσουν το μυαλό τους σε λειτουργία.

Ωραία η μοναξιά τα πρωινά, μα κάτι λείπει. Αυτός ο στίχος με προβληματίζει. Μπορεί να δηλώνεις περίτρανα πως όταν ξυπνάς, προτιμάς να ‘σαι ολομόναχος στο σπίτι, αλλά, ενδόμυχα, άλλο τόσο θέλεις να βρίσκεται κάποιος δίπλα σου, με τον οποίο θ’ ανταλλάξεις την πρώτη καλημέρα κι ένα φιλί.

Μήπως κι εσείς όταν ανοίγετε τα μάτια σας σκανάρετε το χώρο, ψάχνοντας κάποιον να σας φτιάξει πρωινό, να σας σερβίρει τον καφέ και να αρχίσει να σας λέει τα κουτσομπολιά της γειτονιάς; Μεταξύ μας, τι πιο ωραίο να ξεκινάς τη μέρα σου με γέλιο, θετικότητα κι αισιοδοξία∙ όταν αυτά τα συναισθήματα προκαλούνται απ’ τα άτομα με τα οποία μοιράζεσαι το πρωινό σου ξύπνημα, τότε καταλαβαίνεις πόσο σπουδαίο είναι να έχεις δίπλα σου κάποιον να σου φτιάχνει τη μέρα.

Η μαμά σου, για παράδειγμα, μπορεί να τύχει να σε ξυπνήσει με τη φασαρία που κάνει. Εκείνη την ώρα, θες να σηκωθείς και ν’ αρχίσεις να φωνάζεις, σπάζοντας τα πάντα γύρω σου, σαν άλλος μαινόμενος ταύρος, αλλά μόλις ακούσεις τη μελιστάλαχτη φωνούλα της να λέει: «καλημέρα, παιδί μου, σου έφτιαξα καφέ και το αγαπημένο σου φαγητό να το απολαύσεις», μετά ξεχνάς τον όποιο εκνευρισμό είχε δημιουργηθεί μέσα σου. Με όσα νεύρα κι αν έχεις ξυπνήσει, όλα σβήνουν δια μαγείας και νιώθεις ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο, καθώς απολαμβάνεις την περιποίηση της μανούλας.

Ναι, είναι ωραίο να ζεις ανεξάρτητος χωρίς κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι σου να σε καταπιέζει. Ναι, είναι υπέροχο να μπορείς να κυκλοφορείς με το βρακί μέρα-νύχτα και να έχεις το χώρο σου. Να χορεύεις και να ακούς στη διαπασών όποια απ’ τις δεκάδες playlist έχεις δημιουργήσει, ανάλογα με το mood στο οποίο βρίσκεσαι.

Φαντάσου, όμως, να ξυπνάς έχοντας δίπλα σου κάποιον που σε γεμίζει ενέργεια και σε κάνει να θες να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι. Να σου λέει «καλημέρα», να σε κάνει μια αγκαλιά και να σχεδιάζετε μαζί πώς θα κυλήσει η μέρα. Τότε, δε θα σου λείπει τίποτα∙ όλα τα κομμάτια του παζλ θα ‘ναι αρμονικά ενωμένα και θα νιώθεις πιο πλήρης κι από γάλα.

Εννιά στις δέκα φορές, εκείνοι που ξυπνάνε μόνοι, αναζητούν πέρα απ’ τους τέσσερις τοίχους, ένα ζευγάρι μάτια να κοιτάξουν κι ένα χαμόγελο να αγκαλιάσουν. Όσο ιδανική κι αν φαντάζει η μοναξιά, δεν είναι για να κρατάει πολύ.

Γι’ αυτό μην εξαρτάσαι απ’ αυτήν.

 

Συντάκτης: Νάνσυ Γιοβάνογλου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη