Τις νύχτες που κανένας δεν είναι εκεί, βρίσκει, κάπου ανάμεσα σε κάτι σκονισμένα ντουλάπια, ένα παλιό άλμπουμ με ξεχασμένες απ’ τον καιρό στιγμές, αποτυπωμένες σε κίτρινο πια χαρτί. Συναντά χαμόγελα στα πρόσωπα που απεικονίζονται κι ασυναίσθητα χαμογελά νοσταλγικά. Κάποιοι είναι ακόμα εδώ. Κάποιους τους έχασε, ενώ άλλοι επέλεξαν να φύγουν.

Τις νύχτες που κανείς δεν ξέρει πώς τις περνά, νοσταλγεί, στέκεται, παρατηρεί, αμφιταλαντεύεται, ταξιδεύει. Και τα ταξίδια αυτά του νου, εκείνα που δεν έχουν για προορισμό, απαραίτητα, έναν τόπο αλλά ένα χρόνο ή έναν άνθρωπο είναι υπόθεση πολύ προσωπική. Κάτι που δε χωρά αναβολές και παύσεις. Ταξιδεύει με το μυαλό, λοιπόν. Πότε στο παρόν, πότε στο παρελθόν πότε σ’ όσα ελπίζει για το μέλλον.

Κι έτσι βρίσκει γαλήνη. Μια γαλήνη που μπορεί μόνο ο νους να προσφέρει σε στιγμές δύσκολες κι επίπονες. Όταν η καθημερινότητα δεν επιτρέπει διαλείμματα κι η ψυχική ηρεμία μοιάζει με πολυτέλεια.

Δύσκολο να επικρατεί σιωπή μέσα σου, όταν υπάρχει γύρω τόση βουή, όταν επιβιώνεις μέσα σ’ έναν πανικό. Και το άγχος κι οι ρυθμοί κι η ρουτίνα δεν αφήνουν χώρο για σκέψεις μέσα στη μέρα. Ενώ τις νύχτες πατιέται μια παύση σ’ όλα. Σταματά καθετί εξωτερικό και ξεκινούν ακατάπαυστες σκέψεις, εσωτερικά.

Τις νύχτες που κανείς δεν ξέρει ποιος είναι και τι θέλει, ονειρεύεται. Αποζητά μία ζωή που να γελά, όπως σε ‘κείνες τις παλιές φωτογραφίες, που φανέρωναν στιγμές ξέγνοιαστες, χωρίς προβληματισμούς και βάσανα.

Εκείνα τα βράδια βρίσκει την πιο αθώα εκδοχή του σε έναν ταλαιπωρημένο εαυτό. Έναν εαυτό γεμάτο γρατσουνιές, σημάδια και προειδοποιητικές πινακίδες από όσα στάθηκαν ικανά να τον στιγματίσουν. Και το στίγμα είναι βρομιά. Είναι σαν λεκές κολλημένος πάνω στο κορμί σου, που όσο νερό κι αν πέσει επάνω του δε ‘ναι ποτέ αρκετό να ξεπλύνει ολοκληρωτικά την πληγή και τη μνήμη.

Κι η πληγή έχει βάθος κι υπόσταση, ζει πάντα εκεί για να σου θυμίζει πως τίποτα σε αυτή τη ζωή δε σου ήρθε στο πιάτο, τίποτα δεν ήταν δεδομένο και τίποτα δεν κερδήθηκε χωρίς να δώσεις προσωπικό κόπο κι αγώνα.

Τις νύχτες βαλσαμώνει τα παλιά τραύματα κι τις περασμένες απογοητεύσεις, και ρίχνει λίγη λήθη σε όσα θα ήθελε να πει αλλά το στόμα δεν μπόρεσε ποτέ να ξεστομίσει. Και συνεχίζει να βλέπει τα χαμογελαστά προσωπεία από εκείνους που λείπουν τόσον καιρό κι εύχεται να μπορούσε να τους ζωντανέψει έστω και για λίγο, ίσα-ίσα, να τους μιλήσει ή να τους δώσει μία τελευταία αγκαλιά κι ένα ακόμη «σ’ αγαπώ». Πόσα « σ’ αγαπώ»  δεν πρόλαβε να δείξει, όταν ο χρόνος γελούσε με την πάρτη του σαν κλέφτης που φεύγει με λεία του τις ομορφότερες στιγμές;

Τις νύχτες χάνεται και λίγο. Χάνεται έξω στους δρόμους αλλά και σε σκέψεις που θυμίζουν κάτι απ’ την παιδική ανεμελιά, τα παγωτά και τις γρανίτες που αγόραζε ο παππούς τα καλοκαίρια και τις βόλτες με τα άλλα παιδιά στην παιδική χαρά, τις ποδηλατάδες και τη μόνη ανησυχία να ‘ναι ο αριθμός των μπάνιων να ξεπεράσει εκείνων της υπόλοιπης παρέας.

Τις νύχτες ντύνεται παιδί. Και πια κατεβάζει όλες τις μάσκες ενός ενήλικα, φοράει το χαμόγελο στα χείλη και στέκεται στις πιο αμέριμνες στιγμές, που δε γύρισαν ποτέ πίσω. Κι ενώ ρεμβάζει νωχελικά το ταβάνι, που ξαφνικά μοιάζει με οθόνη που παίζει εικόνες βαμμένες με χρώματα έντονα κι έχει ήχους από γέλια μικρών παιδιών, θυμάται για ποιον λόγο συνεχίζει.

Συνεχίζει εδώ, στο τώρα, γι’ αυτούς που έμειναν κι εκείνους που έφυγαν, γι’ αυτούς που έχασε κι όσους ξέχασε, συνεχίζει για το τώρα, το πριν και κυρίως για το μετά, που μέσα απ’ τα όνειρα θα το κάνει πραγματικότητα. Συνεχίζει να μάχεται και να χαμογελά, γιατί πάντα μέσα στα βάθη της ψυχής θα παραμένει εκείνο το παιδί.

Και θυμάται πάλι το αγαπημένο του νανούρισμα, εκείνο το ποίημα του Χρήστου Μπουλώτη, «Να έρχεσαι στον ύπνο μου» και μένει στον στίχο που λέει πως «Τα όνειρα είναι σαν τα θαύματα. Γίνονται αληθινά μόνο αν τα πιστεύεις.» Και, έτσι, πιστεύει ξανά.

 

Συντάκτης: Δέσποινα Δημησιάνου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη