Στις 19 Δεκεμβρίου του 1979 μια ταινία στέκεται ικανή ώστε να κάνει την κοινωνία της Αμερικής να δακρύσει, να διχαστεί, να εξοργιστεί αλλά παράλληλα κατακτάει και την κορυφή των Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, Α` ανδρικού και Β` γυναικείου ρόλου και μια φήμη περί κακοποίησης από τον Χόφμαν προς την Στριπ, σε μια σκηνή όπως λέγεται πως της έδωσε ένα χαστούκι που δεν ήταν σκηνοθετιμένο. Αναφέρομαι  σε μία από τις καλύτερες δραματικές ταινίες όλων των εποχών, στο αριστούργημα του Robert Benton «Κράμερ εναντίον Κράμερ».

Ο Ντάστιν Χόφμαν υποδύεται έναν φιλόδοξο εργασιομανή πατέρα, τον Τεντ Κράμερ. Ο Τεντ, αναγκάζεται να μεγαλώσει μόνος του το πεντέμισι χρονών παιδί του Μπίλι (Τζάστιν Χένρι), όταν η μητέρα του Τζοάνα Κράμερ, την οποία υποδύεται η Μέρλιν Στριπ, τους εγκαταλείπει ένα βράδυ. Μετά από 15 μήνες η Τζοάνα επανέρχεται στη ζωή τους και ζητάει πίσω το παιδί της, αλλά ο Τεντ αρνείται κατηγορηματικά να της το δώσει. Ξεκινάει μία από τις πιο δύσκολες δικαστικές μάχες για την επιμέλεια του παιδιού την οποία τελικά κερδίζει η μητέρα, όχι όμως λόγο της ανικανότητας του πατέρα ως προς την ανατροφή του Μπίλι, αλλά γιατί το δικαστήριο έκρινε ότι είναι προτιμότερο να μεγαλώνει το παιδί με την παρουσία της μητέρας του. Η Τζοάνα, λίγο πριν πάρει τον Μπίλι στο σπίτι της, μετανιώνει κι αφήνει τελικά το παιδί της στον πρώην σύζυγό της. Το συγκινητικό τέλος της ταινίας αφήνει τους σινεφίλ με μια γλυκόπικρη γεύση, αλλά γεννάει και δυνατούς προβληματισμούς.

 

Πόσο ασφαλής αισθάνεσαι στη σχέση σου;

Κάνε τώρα το τεστ!

 

«Είμαι απαίσια, δεν έχω υπομονή, είναι καλύτερα χωρίς εμένα, πλέον δε σ’ αγαπώ» ήταν τα τελευταία λόγια της Τζοάνα στον άντρα της Τεντ, λίγο πριν οι πόρτες του ασανσέρ κλείσουν και καταπιούν εκείνη και τα όνειρα που έχτιζαν μαζί με το πεντέμισι χρονών παιδί τους. Τι μπορεί να κάνει άραγε έναν άνθρωπο να νιώσει ανεπαρκής μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας; Τι είναι αυτό που μπορεί να δημιουργήσει ένα τόσο τεράστιο συναισθηματικό αδιέξοδο και να στραφεί σε φυγή ένας από τους συντρόφους; Aν τo σενάριο ξαναγραφόταν και η μητέρα παρέμενε στην οικογένεια σηκώνοντας ένα τόσο βαρύ ψυχολογικό φορτίο μήπως έφτανε στο σημείο να κάνει ακόμα και κακό στο παιδί της; Μια σκληρή πραγματικότητα με ερωτήματα τα οποία επιδέχονται και σκληρές απαντήσεις.

Πιθανόν ν’ ακουστεί λίγο κλισέ αλλά η αλήθεια είναι ότι οι σχέσεις των ανθρώπων είναι δύσκολες και θέλουν καθημερινή «φροντίδα» κι από τα δύο μέρη. Πόσο μάλιστα όταν αυτές οι σχέσεις δημιουργούνται στο πλαίσιο της οικογένειας. Η ζωή έχει τη δύναμη να παρασύρει στη δίνη των προβλημάτων, σχέσεις που είχαν ξεκινήσει από έρωτα και με τις καλύτερες προϋποθέσεις· το ζητούμενο είναι τι γίνεται όταν μπεις στη δίνη.

Το μοιραίο λάθος που γίνεται ορισμένες φορές είναι ότι αφήνουμε τον εαυτό μας να παλεύει μόνος του υπερεκτιμώντας τις δυνάμεις μας. Αφηνόμαστε σ’ έναν αέναο στροβιλισμό φορτώνοντας εξολοκλήρου το πρόβλημα στην πλάτη μας. Όταν συμβεί αυτό, σταματάμε να παρατηρούμε, ή πιο σωστά να φροντίζουμε, τον σύντροφό μας εστιάζοντας μόνο στην επίλυση του προβλήματος. Αν δεν αντιληφθούμε έγκαιρα τη δυαδικότητα των σχέσεων κι ότι το πρόβλημα είναι κοινό ανεξάρτητα των ρόλων που έχει ο καθένας από εμάς μέσα στην οικογένεια ή σχέση, το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να χάσουμε τον εαυτό μας και να οδηγηθούμε σ’ ένα τεράστιο συναισθηματικό αδιέξοδο αλληλοσκοτώνοντας παράλληλα αυτό που δίνει τροφή στη συντροφικότητα, την αγάπη.

«Ο λόγος που έφυγε η μαμά Μπίλι δεν αφορά εσένα. Η μαμά έφυγε γιατί προσπαθούσα να την αλλάξω σε μια σύζυγο που νόμισα πως έπρεπε να είναι. Προσπαθούσε πολύ καιρό να με κάνει ευτυχισμένο. Δεν άκουγα, ήμουν απασχολημένος, απορροφημένος με τον εαυτό μου. Νόμιζα πως όταν ήμουν ευτυχισμένος ήταν κι αυτή.» ήταν η ειλικρινής απάντηση που έδωσε ο Τεντ στο παιδί του Μπίλι όταν τον ρώτησε γιατί έφυγε η μητέρα του.

Είναι καθαρά ουτοπικό να θεωρούμε ότι μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον σύντροφό μας σύμφωνα με ό,τι ορίζουμε εμείς στο δικό μας μυαλό ως ιδανικό σύντροφο. Αυτόματα είναι σαν να ακυρώνουμε την επιλογή μας. Όταν αγαπήσεις έναν άνθρωπο, αγαπάς κι ό,τι συνθέτει εκείνον, είτε αυτό ορίζεται ως προτέρημα είτε ως ελάττωμα. Οι άνθρωποι δεν μπορούν ν’ αλλάξουν, αλλά μπορούν να εξελιχθούν. Για να εξελιχθούν όμως, χρειάζονται και τ’ ανάλογα ερεθίσματα. Χρειάζονται να έχουν συντρόφους που θα τους δείξουν τον δρόμο, που θα είναι δίπλα τους, θα τους παρατηρούν, θα είναι καλοί ακροατές τους, θ’ αφουγκράζονται και θα σέβονται τις ανάγκες τους μη βάζοντας ως προτεραιότητα την επίτευξη της προσωπικής τους ευτυχίας, αλλά και της κοινής. Ό,τι κάνει εμένα ευτυχισμένο δεν κάνει απαραίτητα κι εσένα, αλλά η κοινή ευτυχία αποτελεί γέννηση της αμοιβαίας αγάπης μας.

Όταν όλα τα προαναφερόμενα δε λειτουργήσουν, φτάνει η ώρα της κρίσης κι οδηγούμαστε στον επικείμενο χωρισμό. Εκεί, πιθανόν να κρύβεται και η πιο σκληρή αλήθεια: η ανάληψη της ευθύνης των πράξεών μας. Κανείς μας δε γεννήθηκε μέντορας των σχέσεων και κατ’ επέκταση γονιός .Μέσα από τις αστοχίες μας αυτό που πρέπει να κρατάμε είναι ότι συγκεντρώνουμε εμπειρία. Ας μη γινόμαστε τιμωροί του εαυτού μας, του συντρόφου μας ή ακόμα, όταν υπάρχουν, των ίδιων των παιδιών μας. Αγαπάμε τις αστοχίες μας γιατί σηματοδοτούν και την εξέλιξή μας. Άλλωστε, αν δεν υπήρχε το λάθος πώς θα γνωρίζαμε το σωστό;

«Ήρθα να πάρω τον γιο μου στο σπίτι. Τον αγαπάω τόσο, αλλά τελικά δε θα τον πάρω. Να πάω πάνω να του μιλήσω;»

«Ναι πήγαινε, θα περιμένω εδώ.»

«Πώς φαίνομαι;»

«Θαυμάσια!» ήταν η τελευταία λέξη του Τεντ στη γυναίκα του Τζοάνα πριν κλείσει η πόρτα του ασανσέρ κι ανέβει η μητέρα ν’ ανακοινώσει στο παιδί της ότι τελικά την επιμέλεια την αφήνει στον πατέρα του, εκθρονίζοντας μ’ αυτήν της την απόφαση τον προσωπικό της εγωισμό, μπροστά στην ανιδιοτελή γονεϊκή αγάπη.

 

Πηγή φωτογραφίας 

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

 

Συντάκτης: Θάλεια Διαμαντούλη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου