Πόσες φορές αναρωτηθήκαμε από πού ξεκίνησαν όλα αυτά τα σπουδαία ή και καθημερινά που έχουμε στη ζωή μας και με τον έναν τρόπο ή τον άλλο μάς έχουν σημαδέψει; Στη στήλη αυτή θα βρούμε απαντήσεις στις ερωτήσεις που ζητούν να μάθουν, πώς, γιατί, από ποιον, πότε και χίλια τόσα άλλα. Γιατί όταν καταλαβαίνεις λίγο καλύτερα τον κόσμο, αυτομάτως γίνεται πιο όμορφος! 

 

Για αρχή, ας βγάλουμε απ’ τη μέση την προσωπική μας άποψη και οπτική απέναντι στο διαζύγιο κι ας δούμε τι πραγματικά σημαίνει ο όρος: «Το διαζύγιο είναι η νομική διαδικασία που ακολουθείται, προκειμένου να λυθεί ένας νομίμως τελεσθείς γάμος δύο εν ζωή ενηλίκων, είτε αυτός είναι πολιτικός είτε θρησκευτικός.» Πρόκειται λοιπόν για μια νομική διαδικασία, απαραίτητη στη σύγχρονη και πολύπλοκη κοινωνία, μέσω της οποίας παύει να ισχύει επισήμως η συνένωση δύο ατόμων. Ανεπίσημα, ο δεσμός μπορεί να έχει λήξει πολύ νωρίτερα αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Το διαζύγιο είναι η άσκηση του δικαιώματός μας να απαλλαγούμε από τα συζυγικά δεσμά και υπό μία πιο ευρεία έννοια απορρέει από το δικαίωμα της ατομικής ελευθερίας.

Το πρώτο καταγεγραμμένο διαζύγιο στον κόσμο κοντά στην έννοια που το εκλαμβάνουμε σήμερα, δηλαδή μέσω μιας νομικής απόφασης, ήρθε το 1643 στις αποικίες των ΗΠΑ και συγκεκριμένα στη Μασαχουσέτη από τους Anne και Davis Clarke. Ο Davis Clarke που εγκατέλειψε τη συζυγική εστία, δήλωσε ότι δεν έχει καμία πρόθεση να επιστρέψει στην Anne και έτσι της δόθηκε το διαζύγιο από το δικαστήριο χωρίς όμως να αναφέρεται κάτι περισσότερο, όπως συνηθίζεται στις μέρες μας, σε σχέση με την κηδεμονία των παιδιών τους ή την εξασφάλιση και τον βιοπορισμό τους. Παρόμοια περίπτωση ήταν κι η υπόθεση Luxford στην οποία βέβαια καταγράφεται ποινή 100 λιρών στον μοιχό James Luxford υπέρ της συζύγου του.

 

Get Over It! | eBook


€5,00

-----

 

Είναι δυνατόν όμως να «εφευρέθηκε» η λύση του γάμου μόλις τον 17ο αιώνα; Προφανώς κι όχι, όμως μέχρι τότε δεν είχαμε δικαστικές αποφάσεις για να αναγνωρίσουν τη λύση ενός γάμου. Στην Αρχαία Αθήνα ο γάμος μπορούσε να λυθεί τόσο από το ζεύγος όσο και από τρίτο– συνήθως τον πατέρα της γυναίκας. Αν ο άντρας έδιωχνε τη γυναίκα ήταν «απόπεμψη», αν η γυναίκα εγκατέλειπε τον σύζυγο ήταν «απόλειψη», ενώ υπήρχε και η «αφαίρεση», η οποία μπορούσε να ασκηθεί από τον πατέρα της γυναίκας, διακόπτοντας έτσι το γάμο, όπως αναφέρουν πηγές, χωρίς όμως να μπορούμε να θέσουμε με απόλυτη σιγουριά την ορολογία αυτή. Στην εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και πριν την έλευση του χριστιανισμού, επικρατούσε το «matrimonia debent esse libera» δηλαδή ότι ο γάμος οφείλει να είναι ελεύθερος άρα οποιοδήποτε μέλος μπορούσε να φύγει αν ο γάμος δε λειτουργούσε.

Με τον χριστιανισμό όμως τα πράγματα άλλαξαν. Το να λύσει κανείς τα «θεία δεσμά του γάμου» αποτρεπόταν από την Εκκλησία συνεπώς μόνο οι ευγενείς με διασυνδέσεις είχαν τη δυνατότητα να «ακυρώσουν» έναν γάμο. Βέβαια, ακόμα και βασιλιάδες αντιμετώπιζαν προβλήματα με την ακύρωση του γάμου τους, όπως για παράδειγμα ο βασιλιάς Ερρίκος ο 8ος που αδυνατώντας να πείσει τον πάπα Κλήμη Ζ να ακυρώσει το γάμο του κατέληξε να δημιουργήσει την Αγγλικανική Εκκλησία το 1533 μ.Χ. ώστε να καταφέρει να παντρευτεί την Αν Μπολέιν. Εκείνη την εποχή μάλιστα, το «μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος» για τους ευγενείς άφηνε την συζυγοκτονία να υποβόσκει όταν ο γάμος δεν πήγαινε όπως ακριβώς ήθελαν –αλλά το διαζύγιο ήταν το «μεμπτό», έτσι;

Το νομικό υπόβαθρο για το διαζύγιο στην τωρινή μορφή του άρχισε να χτίζεται στην Αγγλία με τον «Νόμο περί Συζυγικών Θεμάτων» του 1857, δίνοντας στον άντρα την δυνατότητα να χωρίσει αποδεικνύοντας μοιχεία αλλά μια γυναίκα έπρεπε να αποδείξει τη μοιχεία και κάποια άλλη ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση για να μπορέσει να πάρει διαζύγιο- αυτό κι αν είναι «δυο μέτρα και δυο σταθμά»! Ακολούθησε ο «Νόμος περί Συζυγικών Θεμάτων» το πολύ πρόσφατο 1973 κι η αναθεώρησή του το 2000 για να φτάσουμε να λύνουμε έναν γάμο «συναινετικά», χωρίς να καταφεύγουμε σε κατηγορίες ο ένας στον άλλο και να διασφαλίζεται η μέριμνα για τα τέκνα του ζευγαριού.

Στην Ελλάδα μέχρι το 1982 το διαζύγιο ήταν άπιαστο όνειρο καθώς η Εκκλησία ασκούσε ισχυρές πιέσεις δαιμονοποιώντας το διαζύγιο ως την αρχή του τέλους για την οικογένεια. Παρ’ ότι ήταν σε ισχύ ένας αναχρονιστικός νόμος που επέτρεπε τη λύση του γάμου λόγω μοιχείας δε χρησιμοποιούταν, τόσο γιατί το κοινωνικό στίγμα ήταν αποτρεπτικό όσο και γιατί αποτελούσε μια οδυνηρά χρονοβόρα διαδικασία– εκτός βέβαια αν είσαι η Χριστίνα Ωνάση ή ο δικτάτορας Παπαδόπουλος που θες να παντρευτείς την επί 10 χρόνια ερωμένη σου, εκεί φυσικά κι αλλάζει, τι όχι;

Το διαζύγιο είναι συχνά στο μυαλό μας ως μια απευχόμενη κατάσταση ίσως γιατί η ιδέα του γάμου έχει εξωραϊστεί σε τέτοιο βαθμό που δεν αφήνει περιθώρια ούτε καν για εκλογίκευση. Όμως, η ιστορία του διαζυγίου μπορεί να ρίξει φως στην αθέατη πλευρά του γάμου και ταυτόχρονα να αποδώσει μια ανομολόγητη πραγματικότητα συνήθως επιζήμια για το γυναικείο φύλο και τα δικαιώματα των γυναικών.

Πριν το πρώτο διαζύγιο οι γυναίκες θεωρούνταν κτήματα των συζύγων οι οποίοι μπορούσαν να τις χρησιμοποιούν όπως ήθελαν και έτσι συχνά δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από μια κακοποιητική σχέση. Πριν το πρώτο διαζύγιο κάθε γάμος ήταν και μια δυνητική «ταφόπλακα» στην προσωπική ζωή των ανθρώπων γιατί δεν υπήρχε η έννοια της «δεύτερης ευκαιρίας» ακόμα κι αν μιλούσαμε για γάμο ανήλικου. Το πρώτο διαζύγιο ήταν μια νίκη των ανθρώπινων δικαιωμάτων απέναντι στον σκοταδισμό και στη μικρόνοια των οπισθοδρομικών κι ήρθε, όχι για να καταστρέψει την οικογένεια όπως πολλοί διατείνονταν, αλλά μάλλον για να διασφαλίσει την ευτυχία των μελών της και να διευρύνει τους οικογενειακούς δεσμούς. Σήμερα μπορεί καθένας μας να παντρευτεί, να κάνει παιδιά κι αν τα πράγματα δεν πάνε καλά να χωρίσει και να ξεκινήσει απ’ την αρχή απολύτως νόμιμα και χωρίς να φοβάται την κοινωνική κατακραυγή κι αυτό είναι ελευθερία.

ΥΓ: Σήμερα το διαζύγιο υπάρχει σχεδόν σε όλον τον κόσμο εκτός από το Βατικανό και τις Φιλιππίνες. 

 

Συντάκτης: Σουζάνα Ντεζούκι
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου