«Σχέση, πατρίς, οικογένεια». Καλά το ρητό δε λέει ακριβώς αυτό αλλά έλα που στη δική μας περίπτωση μας καίει το θέμα οικογένεια, ειδικά αν μοιράζεστε την ίδια στέγη. Δυστυχώς ή ευτυχώς ακόμη μένεις με τους γονείς σου και κάπου κάποτε, κάποια στιγμή θα το πας το αμόρε στο καλυβάκι σου. Για πόσα χρόνια ακόμη θα καίτε βενζίνες για να γυρνάτε στους δρόμους; Πόσους καφέδες ακόμη να πιείτε στα καφέ της περιοχής; Πόσα χιλιόμετρα περπάτημα θα διανύσετε απλά για να μείνετε και λίγο πιο μόνοι;

Από τη μια πλευρά της ζυγαριάς λοιπόν έχεις το αμόρε κι από την άλλη το σπίτι και την οικογένεια. Είτε είσαι νεούδι, είτε κάτι σαν ώριμος έφηβος θα έχει περάσει σίγουρα από το μυαλό σου το τι θα γίνει εάν πας τη σχέση σου στο σπίτι. Στο δικό σου σπίτι. Και να κατεβείτε και να μπείτε και μέσα και να μην είστε και μόνοι. Χριστέ μου, είναι λες και βλέπω όλες τις μανάδες του κόσμου μπροστά μου να βγάζουν από τα μάτια ακτίνες laser κι όλους τους πατεράδες να κάνουν αξονικό έλεγχο στο άλλο μισό του παιδιού τους, που δεν πρόλαβε καν να περάσει το κατώφλι.

Άβολο, πολύ άβολο έτσι; Όσο κι αν είναι και δικό σου σπίτι θα σκεφτείς διπλά και τριπλά πριν πάρεις τον δεσμό σου εκεί. Αυτό γίνεται γιατί προφανώς θες ν’ αποφύγεις ερωτήσεις. Εδώ καλά-καλά δεν ξέρεις εσύ αν η κοπελιά σου φτιάχνει παστίτσιο, ή αν του αγοριού απέναντι πιάνει το χέρι του και πηλοφόρι και μυστρί. Όλα κι όλα, ο σωστός ο γονιός ο τίμιος, άμα δει πως το παιδί του βρήκε έναν άνθρωπο και περνάνε καλά μαζί, οφείλει να ξέρει το βιογραφικό του. Από πού κρατάει η σκούφια του βρε αδερφέ, αν έχουν μεγάλο σόι να ξέρουμε από τώρα πόσα λουκούμια θα χρειαστούμε στον γάμο.

Όλ’ αυτά στο μυαλό σου μοιάζουν με μουτζούρα μικρού παιδιού σωστά; Ή κάτι σαν τα ποτέ ξέμπλεκα ακουστικά του τηλεφώνου σου. Νιώθεις πως αν τύχει και πας με τον δεσμό σου στο σπίτι θα πρέπει να μπεις σε διαδικασία επίσημης γνωριμίας και ειδικά αν αυτό γίνεται σε μικρή ηλικία πολύ πιθανόν να φέρει κι αμηχανία. Εισπνοές, Εκπνοές, εισπνοές, εκπνοές κι επαναλαμβάνουμε. Μη σας πιάνει το άγχος μωρέ παιδιά, μια γνωριμία είναι, μπορεί να βγει και σε καλό! Φτάνει ο άλλος να είναι ο εαυτός του! Δε χρειάζονται έξτρα φτιασίδια για καλύτερη εντύπωση! Ούτε ψεύτικα χαμόγελα μέχρι τ’ αυτιά ούτε πληθυντικοί ευγενείας μέχρι αηδίας. Όλα με μέτρο, όλα αληθινά. Άμα ο άλλος είναι ο εαυτός του η γνωριμία με τους δικούς σου θα ναι κομπλέ. Κι αν δεν είναι, εντάξει, τι να κάνουμε; Εσύ είσαι σε σχέση μ’ αυτόν τον άνθρωπο, όχι οι γονείς σου!

Δεν ξέρω πόσο άνετο ή όχι το βλέπετε εσείς αυτό, αλλά στο τέλος της ιστορίας, πλάκα δεν έχει; Κάνουμε σενάρια επιστημονικής φαντασίας μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι με το άλλο μας μισό λες και θ’ αντιμετωπίσουμε κανένα στέλεχος του FBI και του CIA. «Μάνα, θα ΄ρθω με το Μαράκι για ταινία απόψε». Και πριν προλάβει να απαντήσει αυτή η μάνα, εσύ ξέρεις πως κατά βάθος τη στέλνεις με τρόπο στο δωμάτιό της, αλλά τη φαντάζεσαι και με ρόμπα να κρυφοκοιτάζει απ’ τις σκάλες. Θα σκεφτείς τον πατέρα σου να ξεροβήχει και καλά ότι του στάθηκε το σάλιο, αλλά θα ναι σήμα ότι κατεβαίνει για να πιει τάχα μου τάχα μου νερό. Τις κάνετε κι εσείς τις εικόνες έτσι; Και γελάτε κρυφά. Το ξέρω. Δε γίνεται να είμαι μόνη!

Κι άλλο μήνυμα. «Πατέρα, θα έρθω για μεσημεριανό με τον Κώστα σήμερα». Η πρώτη  σκέψη; «Μην έχει μπάμιες, μην έχει μπάμιες». Καλά και το μην «έχει γονείς» μπορεί να σου πέρασε κι απ’ το μυαλό αλλά και να ‘χει; Τη συνέντευξη θα την πάρουν είτε από σένα μετά που θα φύγει ο Κωστάκης, ή απ’ τον ίδιο τον Κωστάκη σαν τρώει με δυσκολία τις μπάμιες. Γιατί τελικά είχε.

Έρωτας μωρέ, αθώος, παιδικός, εφηβικός, αυτός που κάποια στιγμή κουράζεται να είναι στη γύρα και θέλει και λίγο σπίτι και λίγο χουζούρεμα και λίγο πιο οικεία πράγματα. Εκεί, στο σπίτι σου. στο δικό σου σπίτι, το πατρικό, με όλη την οικογένεια μαζί. Κόμπος το στομάχι, αμήχανα χαμόγελα, ένα τρισεκατομμύριο φιλτραρισμένες σκέψεις κι άλλα τόσα ήδη απαντημένα στο μυαλό πιθανά ερωτήματα.

Παίρνω δειλά το κινητό, πάω να στείλω προειδοποιητικό μήνυμα σε μάνα, πατέρα, θείους και θειάδες. «Απόψε θα ‘ρθει από ‘δω..» Μα τι λέω; Μόνη μου μένω!

 

 

Συντάκτης: Τζένη Άστρα
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου