Ο Στέλιος και η Άννα ήταν από φοιτητές για χρόνια στο ίδιο παρεάκι. Πέντε άτομα μαζί παντού, καφέδες, ποτά μπορεί και διακοπές. Οι δυο τους δεν ήταν ποτέ κολλητοί, είχαν όμως με τα χρόνια δεθεί.

Ένα βράδυ που βγήκαν λιώμα από ένα μαγαζί, κι η παρέα συμφώνησε να το διαλύσουν για απόψε, η Άννα του έκλεισε αυθόρμητα το μάτι. Και συνέχισαν οι δυο τους στο αυτοκίνητό του. Χωρίς πολλά λόγια. Τα σώματά τους ανέλαβαν τις διαπραγματεύσεις. Μάλλον είπαν περισσότερα από όσα μπορούσαν ποτέ να ειπωθούν.

Μετά όλα έγιναν όπως πριν. Δεν το ανέλυσαν ποτέ, δεν το συζήτησαν, δεν το είπαν σε κανέναν και δεν έδωσαν όνομα σε αυτό που τους συμβαίνει. Fuck buddies ή friends with benefits… Τι σημασία έχει;

Τα χρόνια περνούσαν και στις κοινές εξόδους της παρέας πότε ο Στέλιος έφερνε μαζί του κάποια κοπέλα, πότε η Άννα εμφανιζόταν με κάποιο σύντροφο. Κανείς δεν αντιδρούσε με ζήλιες, μούτρα και τα συναφή. Σα να φορούσαν απλώς άλλο ρούχο. Σε κάθε αναβροχιά όμως βρισκόντουσαν και πάλι και το πάθος χτυπούσε κόκκινο. Τα σώματά τους έδεναν τόσο καλά που κανείς δεν το πίστευε. «Το καλύτερο sex ever» συμφωνούσαν και τέλειωνε εκεί.

Η Άννα θεωρούσε πως τον ήθελε πάντα πιο πολύ από ό,τι εκείνος. Δεν ήθελε όμως να το παραδεχτεί, κι ούτε στον εαυτό της το ομολογούσε. Τον ήξερε καλά το Στέλιο, είχε δει πως έκανε όταν ήταν ερωτευμένος, τον είχε παρηγορήσει κάποτε, τον έβλεπε να κλαίγεται στην αγκαλιά του κολλητού του. Με εκείνη δεν ήταν έτσι, άρα το είχε βγάλει το συμπέρασμα.

Η τελευταία σχέση της Άννας κράτησε καιρό και είχε εξαφανιστεί από την παρέα. Μόνο σε κανένα μπαράκι πήγαινε για λίγο μέχρι να σχολάσει το παλτό… ο επίσημος δεσμός. Πριν τα Χριστούγεννα, τους το ξεφούρνισε: θα παντρευόταν. Όλη η παρέα πολύ το χάρηκε με την ανακοίνωση και το γιόρτασαν με σφηνάκια, χορούς και ευχές.

Τα βλέμματά τους δεν συναντήθηκαν όλο το βράδυ. Εκείνη φοβόταν να τον αντιμετωπίσει. Μέχρι που βγήκαν πάλι ψιλομεθυσμένοι από το μπαρ και κάποιος είπε «τι λέτε; το διαλύουμε;». Τότε κοιτάχτηκαν. Κανείς δεν έκανε νεύμα, κανείς δεν έκλεισε πονηρά το μάτι.  Βρεθήκανε στο σπίτι του και τους βρήκε αγκαλιά το ξημέρωμα. Δεν είπαν κουβέντα για το γάμο της. Δεν του είπε με λόγια ποτέ πως αισθάνεται. Πάλι αφήσαν τα κορμιά να κάνουν όλη την επικονωνία.

Το άλλο βράδυ αργά της έστειλε μήνυμα με ένα στίχο του Μαγιακόφσκι: «Ξέρετε παντρεύομαι! -Τι να γίνει, παντρευτείτε. Δεν πειράζει. Θα κάνω κουράγιο. Βλέπετε – τι ήρεμος που είμαι! Σαν το σφυγμό ενός νεκρού.» Τον πήρε 11 φορές τηλέφωνο να τον ρωτήσει, να της εξηγήσει τι ήθελε να πει ο ποιητής, αλλά εκείνος δεν απάντησε ποτέ.  

Η επόμενη συνάντησή τους έγινε την παραμονή του γάμου. Η Άννα δεν ήθελε γυναικεία στριπτιζάδικα και τέτοιου είδους μοντερνισμούς. Ήθελε να γίνουν λιώμα στο γνωστό μαγαζί. Και αυτό έκαναν. Όλοι έπιναν στην υγειά της νύφης. Και ο Στέλιος εκεί, παρών, να κάνει τάχα τον αδιάφορο, να σηκώνει το ποτήρι και να εύχεται και να πίνει.  Δεν αντάλλαξαν ούτε ένα βλέμμα! Μέχρι το πρωί έπιναν και χόρευαν, ώσπου άρχισε να ξημερώνει. 

Βγήκαν έξω και η Άννα παραπατώντας έβγαλε τα γυαλιά ηλίου της από τη τσάντα.

«Πω, πω σήμερα είναι ο γάμος ε;»

«Τι λέτε; Τον διαλύουμε;» πέταξε ο Στέλιος.

Και τότε μόνο κοιτάχτηκαν.

 

Συντάκτης: Ράινα Μελισσηνού