Και ξαφνικά σκάει η βόμβα. Χωρίσαμε και μείναμε μονάχοι, που λέει και το λαϊκό άσμα. Είτε υπήρχαν προφανείς λόγοι που οδήγησαν αυτή τη σχέση στο τέλος της είτε όχι, ένα φινάλε πάντα πονάει. Ανεξάρτητα απ’ το ποιος παίρνει την απόφαση.

Στην περίπτωση κιόλας που δεν πρόκειται για έναν βελούδινο χωρισμό που αποφασίστηκε από κοινού, η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη. Τα στάδια είναι πάνω-κάτω γνωστά. Μετά το πρώτο σοκ, έρχεται η θλίψη. Τα χαρτομάντιλα πάνε κι έρχονται. Οι φίλοι αναλαμβάνουν ρόλο ψυχολόγου, νοσοκόμου, μάγειρα –γιατί κάτι πρέπει να φάμε κάποια στιγμή– κι ό,τι άλλο μπορούμε να φανταστούμε. Στη συνέχεια, το ρίχνουμε έξω για να ξεχαστούμε και συνήθως γυρνάμε ξημερώματα. Κοιτάμε το ταβάνι κι αναλύουμε διαρκώς τι έγινε και πώς οδηγηθήκαμε στον χωρισμό. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όλα αυτά, μία απορία τριγυρίζει στο μυαλό μας: Θα γυρίσει;

Οι παλιοί λένε «αγάπη δίχως πείσματα δεν έχει νοστιμάδα», όμως, κατά πόσο ισχύει; Δηλαδή, γιατί πρέπει να αποδεχόμαστε ότι κάποιος που –υποτίθεται– μας αγαπάει, είναι φυσιολογικό να μας βασανίζει κιόλας; Υπάρχει κάποιος άγραφος νόμος που υποστηρίζει ότι το ταίρι μας μπορεί να μας παιδεύει, να μπαινοβγαίνει στη σχέση κι αυτό το ταλαίπωρο πήγαιν’ έλα όχι μόνο το δεχόμαστε, αλλά το ονομάζουμε κι αγάπη;

Ασυναίσθητα, όμως, πολύ συχνά υπάρχει η ελπίδα ­–­ή έστω απλώς η σκέψη– ότι εκείνος που έφυγε ίσως και να γυρίσει. Παρ’ όλα αυτά, θέλουμε κατά βάθος να επιστρέψει; Τι είναι αυτό που μας κάνει να τον θέλουμε πίσω; Είναι όντως η αγάπη; Είμαστε ακόμα τόσο ερωτευμένοι; Συχνά, είναι καθαρά εγωιστική αντίδραση και τίποτα παραπάνω. Απλά, δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ότι το πρώην ταίρι μας αποφάσισε να τραβήξουμε χωριστούς δρόμους. Καθαρή άρνηση της πραγματικότητας.

Άλλωστε, στους περισσότερους χωρισμούς φταίνε κι οι δύο. Είτε τσακωνόμασταν ασταμάτητα, είτε κάποιος σταμάτησε να νιώθει το ίδιο με πριν, ή απλά η σχέση έκανε τον κύκλο της, κι οι δύο φέρουν ευθύνη που έφτασαν τα πράγματα στο χωρισμό. Η πόρτα άνοιξε και κάποιος τη βρόντηξε πίσω του. Τι μας κάνει, επομένως, να πιστεύουμε ότι αυτός ο κάποιος θα επιστρέψει;

Οι άνθρωποι εξελισσόμαστε μέρα με τη μέρα κι οι ανάγκες μας αλλάζουν όσο μεγαλώνουμε. Επομένως, οι σχέσεις που συνάπτουμε πρέπει να συντελούν σε αυτό∙ να μας πηγαίνουν ένα βήμα παρακάτω. Όταν, λοιπόν, μια σχέση έχει σταματήσει να καλύπτει αυτή μας την ανάγκη ή οποιαδήποτε νέα ανάγκη έχει προκύψει μέσα στο πέρασμα του χρόνου, καλό είναι να λήγει. Διαφορετικά, καταπιέζουμε τον εαυτό μας, δεν προχωράμε μπροστά κι επί της ουσίας δε ζούμε.

Πάντα με σεβασμό πρέπει να ξεκαθαρίζει η κατάσταση και να αποχωρήσουμε. Οφείλουμε να αποδεχτούμε την επιθυμία του άλλου. Αγάπη θα πει να θέλουμε την ευτυχία του, είτε είμαστε δίπλα του είτε όχι. Δεν έχει νόημα να παρακαλάμε να γυρίσει κάποιος που έχει περάσει ήδη την έξοδο. Δεν έχει νόημα να κάνουμε διάφορα παιδιάστικα τερτίπια για να προκαλέσουμε τη ζήλια του. Το μόνο που καταφέρνουμε είναι να πληγωνόμαστε περισσότερο. Όταν ο άλλος έχει αποφασίσει ότι μπορεί να ζήσει και χωρίς εμάς, ό,τι και να κάνουμε εμείς δε θα επιστρέψει. Γιατί πολύ απλά θεωρεί ότι δεν έχουμε θέση στο μέλλον του.

Αλλά ας υποθέσουμε ότι το μετάνιωσε ή ότι πήρε την απόφαση του χωρισμού πάνω σε έναν μεγάλο τσακωμό κι ήταν εν βρασμώ ψυχής, δεν ήξερε τι έλεγε, γι’ αυτό κι επιστρέφει και ζητά επανασύνδεση. Όλα καλά εδώ. Ανοίγουμε σαμπάνιες, ρίχνουμε βεγγαλικά, σε extreme καταστάσεις μπορούμε να βγούμε και στο μπαλκόνι και να φωνάζουμε «Γύρισε, γύρισε!». Αλλά για ένα λεπτό… Αυτό σημαίνει ότι ο λόγος που μας οδήγησε στον τσακωμό και κατ’ επέκταση στον χωρισμό έχει λυθεί ως δια μαγείας; Ή ότι το τέλμα στο οποίο είχε πέσει η σχέση λόγω ρουτίνας και διαφορετικών αναγκών εξαφανίστηκε; Μπορεί το πρώτο διάστημα μετά την επιστροφή του ασώτου να πετάμε στα σύννεφα, αλλά σύντομα αυτά τα σύννεφα από ροζ θα γίνουν γκρι και τότε θα πέσουν πολλά αστραπόβροντα.

Η επανασύνδεση απαιτεί αμοιβαίες υποχωρήσεις και βαθιά ξεκαθαρίσματα. Θέλει να ξεγυμνωθεί η ψυχή μας απέναντι στον άλλον και να καταπνίξουμε τον εγωισμό μας. Να βρούμε πού έφταιξε ο καθένας και να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας. Χρειάζεται όρεξη και βαθιά αγάπη. Να μην παρακάμψουμε τις διαφορές μας, αλλά να τις αξιοποιήσουμε ώστε να δημιουργήσουμε μια σχέση με γερές βάσεις. Να συγχωρήσουμε πραγματικά ο ένας τον άλλον και να το πάρουμε απ’ την αρχή. Όπως και να ‘χει, το γυαλί ράγισε με το που έκλεισε πίσω μας η πόρτα. Και ναι, πλέον υπάρχουν πολύ δυνατές κόλλες, αλλά πάντα εκείνο το ραγισμένο σημείο θα χρειάζεται ιδιαίτερη μεταχείριση, γιατί πλέον θα είναι πιο εύθραυστο.

Αν, λοιπόν, θέλουμε να κάνουμε όλα τα παραπάνω, τότε μια επανασύνδεση μπορεί και να πετύχει. Αν όχι, τότε αυτός που ξαναγυρνάει θα ξαναφύγει με μαθηματική ακρίβεια. Και τότε ο πόνος ίσως να ‘ναι πιο δυνατός. Άλλωστε, μην ξεχνάμε πως οι άνθρωποι συχνά τείνουμε να εκμεταλλευόμαστε καταστάσεις.

Αν κάποιος φύγει μία φορά απ’ τη σχέση κι επιστρέψει άνευ όρων, τότε θα ξαναφύγει με την πρώτη δυσκολία, γιατί πολύ απλά το ‘χει ξανακάνει. Τα κλειδιά απ’ την πόρτα της καρδιάς μας είναι στη δική μας τσέπη. Εμείς επιλέγουμε πού θα δώσουμε αντικλείδι. Αυτός που αξίζει να το έχει δε θα το χρησιμοποιήσει ποτέ, παρά μόνον για να κλειδώσει καλά και να μη φύγει ποτέ από εκεί.

 

Συντάκτης: Ναταλία Ελευθερίου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη