Η σχέση ενός γονέα κι ενός παιδιού είναι ίσως η πιο καθοριστική στη ζωή ενός ανθρώπου. Είναι τα πρώτα βήματα, το πρώτο σχολείο, η πρώτη πηγή ασφάλειας, ο καθρέφτης μέσα από τον οποίο το παιδί μαθαίνει ποιος είναι.  Κι όμως, δεν είναι λίγες οι φορές που το παιδί επιλέγει τη σιωπή και την απομόνωση. Επιλέγει να κλείνεται στον εαυτό του και στο δωμάτιο του, χωρίς να συζητάει για ό,τι τον απασχολεί.

Μερικές φορές οι ίδιοι οι γονείς είναι το πρόβλημα γι’ αυτό το αποτέλεσμα. Όταν βλέπουν ότι το παιδί τους είναι συνέχεια στεναχωρημένο, ότι είναι λιγότερο ομιλητικό και περισσότερο αντιδραστικό, δεν το πλησιάζουν. Δεν  βλέπουν τι κρύβεται από πίσω. Πρέπει πάντα τα παιδιά να φτάσουν σε ένα βαθμό που λένε “δεν αντέχω άλλο”, πρέπει να φτάσουν στον σπαραγμό, ακόμα και στην προσπάθεια της αυτοκτονiας για να μπορέσει ένας γονιός να καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά.

Στην πραγματικότητα όμως, είναι πιο απλά τα πράγματα. Δεν χρειάζεται να πιέζεις το παιδί να σου πει τι έχει, αρκεί να καταλάβει ότι είσαι δίπλα του. Ότι το νιώθεις και ότι το πιστεύεις. Αρκεί απλά μια αγκαλιά.

Η επιλογή συντρόφου είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για να δημιουργήσεις μια οικογένεια. Ένα τεράστιο ποσοστό ανθρώπων έχουν πέσει σε κατάθλιψη μεγαλώνοντας γιατί είχαν λάθος πρότυπα γονιών. Έναν πατέρα που δέρνει την μητέρα, μια μητέρα που βρίζει τα παιδιά, δύο γονείς που είναι επιβλητικοί και περισσότερο αυστηροί από το συνηθισμένο. Τα παιδιά φοβούνται να πούνε αυτό που τους θλίβει ή τους ανησυχεί γιατί έχουν μάθει ζώντας στην ένταση, ακόμα και στην βiα, και το θεωρούν φυσιολογικό. Δεν το συζητάνε γιατί νιώθουν ότι ίσως να μην είναι τόσο σημαντικό.

Η σιωπή όμως, δεν είναι απλά μια επιλογή. Είναι συχνά κραυγή. Μια κραυγή που συνεχώς λέει “δεν θα με καταλάβουν” ή “δεν θέλω να με κρίνουν”.

Όταν στο παρελθόν το παιδί έχει βιώσει μια απόρριψη ή έναν θυμό όταν μιλούσε για κάτι σημαντικό ή όταν αισθανόταν ότι δεν  είχε χρόνο να το ακούσουν πραγματικά. Όταν φοβόταν να πει την άποψη του γιατί θα υπήρχε η υπερβολική αντίδραση.  Θα προτιμήσει τη σιωπή, που του φαίνεται πιο ασφαλής, από την πιθανότητα μιας αρνητικής αντίδρασης.

Όμως αυτή η επιλογή, όσο προστατευτική κι αν φαίνεται, χτίζει έναν ψηλό τοίχο ανάμεσα στο παιδί και στον γονέα. Τον οποίο, όσο περνάνε τα χρόνια, δυσκολεύονται ακόμα περισσότερο να τον γκρεμίσουν.

Πολλές αντιδράσεις μας με τον καιρό, αντιλαμβανόμαστε ότι ευθύνονται στον τρόπο που μεγαλώσαμε. Ακόμα και τον άνθρωπο που θα επιλέξουμε να είναι δίπλα μας, εάν δεν έχουμε κάνει την απαραίτητη θεραπεία με τον εαυτό μας, θα τον επιλέξουμε με τα βάση τα λάθος πρότυπα που θα έχουμε. Θα μας φαίνεται ελκυστικός κάποιος που μας προσφέρει την βiα, την χειριστικότητα, την αδιαφορία και τη μη συναισθηματική διαθεσιμότητα. Δεν θα αναζητάμε την πραγματική αγάπη, γιατί οι ίδιοι θα την έχουμε στερηθεί οπότε δεν θα μας λείπει, ή θα την αναζητάμε σε έναν υπερβολικό βαθμό και θα βλέπουμε τους άλλους σαν οικογένεια μας, σαν την αγάπη που θέλαμε αλλά ποτέ δεν είχαμε και θα τους φορτώνουμε ευθύνες που δεν τους αναλογούν στην πραγματικότητα.

Η λύση λοιπόν, δεν είναι να απαιτήσουμε από τα παιδιά να μιλήσουν. Είναι να τους δείξουμε ότι υπάρχει χώρος ασφαλής για να μιλήσουν. Ότι τους ακούμε χωρίς να διακόπτουμε και χωρίς να κρίνουμε. Ότι δείχνουμε το ενδιαφέρον μας για μικρά πράγματα της καθημερινότητας, ώστε όταν έρθει το μεγάλο πρόβλημα να ξέρουν ότι μπορούν να μας εμπιστευτούν.

Δίνουμε το δικό μας παράδειγμα. Μοιραζόμαστε κι εμείς τις δυσκολίες μας με σεβασμό, ώστε τα παιδιά να μας εμπιστευτούν και να μας μιλήσουν πιο εύκολα. Γιατί θα θεωρήσουν ότι είναι κάτι φυσιολογικό.

Και πάνω από όλα μιλάμε με ηρεμία, χωρίς θυμό και χωρίς ειρωνεία. Ώστε το παιδί να μην σωπάσει την επόμενη φορά.

Γιατί τελικά, το πιο δυνατό “όπλο” στην ανατροφή δεν είναι οι κανόνες, αλλά ο διάλογος.

Δοκίμασε τον.

Συντάκτης: Νίκη Ντάλντα
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη