Πρόσθεση κι αφαίρεση κύλησαν ομαλά. Στην αρχή μονοψήφιοι, μετά διψήφιοι, μετά τριψήφιοι και βάλε, με κρατούμενα ή χωρίς. Εντάξει, όχι κι εντελώς ομαλά δηλαδή· εκεί που οι υπόλοιποι συμμαθητές μας έκαναν ήδη πολλές απ’ τις πράξεις στο μυαλό τους, εμείς συνεχίζαμε να ρίχνουμε κλεφτές ματιές στην κόλλα του διπλανού μας, να μετράμε στα δάχτυλα, ή να μουτζουρώνουμε το θρανίο κρατώντας σημειώσεις· κι ας ξέραμε πως θα μας μαλώσει η δασκάλα με το που έβλεπε πώς καταντήσαμε την πράσινή του επιφάνεια.

Το ουσιαστικό κακό άρχισε να κάνει την εμφάνισή του όταν μπήκε στη μέση η προπαίδεια, ο μισητός εκείνος πίνακας που όλοι αναγκαστήκαμε να αποστηθίσουμε κάποιο καλοκαίρι πριν από τη δευτέρα ή την τρίτη δημοτικού. Κι αν έχεις υποφέρει κι εσύ όπως κι εγώ, σίγουρα θα θυμάσαι τη μαμά σου, τον μπαμπά σου και τη φαμίλια όλη να σε ρωτάνε σε ανύποπτους χρόνους πόσο κάνει «εφτά-εφτά» ή «εφτά-οχτώ», λες και σε βάλανε στο σημάδι και θέλανε να εξοντώσουνε την παιδική σου ψυχούλα με διαβολικά δύσκολες πράξεις.

Και μετά η διαίρεση κι όλα τα σιχαμένα της παρελκόμενα· κι ένα το κρατούμενο από εδώ, και δύο τα κρατούμενα από εκεί, και δώσ’ του επαλήθευση κι άντε πάλι από την αρχή. Και πώς να διαιρέσεις όταν ακόμα δεν έχεις χωνέψει πόσο κάνει «εφτά-εφτά» ή «εφτά-οχτώ»; Λες και κάτι έχει η συγκεκριμένη πράξη κι εσαεί προκαλεί πανικό στους απανταχού μαθηματικά αναλφάβητους. Και γιατί δε σε άφηναν ήσυχο να παίξεις, να ζωγραφίσεις και να γδάρεις τα γόνατά σου, αλλά σε πίεζαν να λύσεις τον κύβο του Ρούμπικ, μωρό πράγμα;

Μη μιλήσω για τα «προβλήματα» που μας έβαζαν να λύνουμε σε όλο το δημοτικό· που ενώ οι υπόλοιποι συμμαθητές μας διάβαζαν «Αν έχω είκοσι μήλα και θέλω να τα χαρίσω σε τέσσερις φίλους μου, πόσα μήλα θα πάρει ο καθένας;» εμείς ανεβάζαμε πίεση νιώθοντας πως κάποιος μας έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό και μας ανάγκασε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο. Κάπου εκεί ήταν που αρχίσαμε να το παίρνουμε απόφαση. Τα μαθηματικά, κλάδος που για κάποιους ανθρώπους είναι μαγεία, για εμάς θα συνοψίζονταν στη φράση «ένα κι ένα κάνουν δύο, μη μου πεις ποτέ αντίο».

Όπως και να ‘χει όμως, άλλοι κουτσά, άλλοι στραβά, άλλοι με αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα, κάτι κάναμε και τα ψιλοκαταφέραμε· κι όταν λέω τα ψιλοκαταφέραμε, μη φανταστείς, απλά φροντίσαμε μέσω εμπειρίας να μάθουμε να υπολογίζουμε τα βασικά χωρίς κομπιουτεράκι, ούτως ώστε να μη μας κλέβουν στα ρέστα και να μη γελάει μαζί μας ο κόσμος. Και πάνω που νομίζαμε πως κάτι κάναμε, κάπου εκεί στο γυμνάσιο «τσουπ» μπήκαν στα μαθηματικά τα γράμματα του αλφάβητου. Αυτό ήταν, γεια σας. Οι παρτίδες μας με τα μαθηματικά τελείωσαν εκεί. Δε θα πεθαίναμε κιόλας, συγγνώμη.

Γιατί όλα τα αντέξαμε, ok· και τις προσθαφαιρέσεις, και τους πολλαπλασιασμούς, και τα κλάσματα, και τη μέθοδο των τριών, καθώς αντιλαμβανόμασταν τη χρησιμότητά τους στη ζωή μας. Έπρεπε να τα κατανοήσουμε για να υπολογίζουμε πόσους καφέδες μας έβγαζε το χαρτζιλίκι, πόσα πενηντάρικα έπρεπε να τσοντάρει η γιαγιά για να πάμε κατασκήνωση με τους φίλους μας και πόσο έκανε εκείνο το ζευγάρι παπούτσια που βάλαμε στο μάτι και τώρα ήταν στη μισή τιμή. Αλλά τι στο διάολο τα χρειαζόμασταν τα διανύσματα και τις συναρτήσεις, ο Θεός κι η ψυχή τους.

Υπήρξαμε τα παιδιά εκείνα που οι φυσικομαθηματικοί τα θεωρούσαν βλαμμένα και τα βαθμολογούσαν χαριστικά κουνώντας το κεφάλι με παραίτηση ενώ οι φιλόλογοι εκθείαζαν το ταλέντο τους στην γραφή και τη δημιουργική τους σκέψη. Μεγαλώσαμε και ποτέ μας δε χωνέψαμε οτιδήποτε απαιτούσε να χρησιμοποιήσουμε στείρα λογική καθώς κάτι τέτοιο δεν ταίριαζε με το ελεύθερό μας πνεύμα και την καλπάζουσα φαντασία μας.

Ως ενήλικες πλέον, βαριόμαστε τους γρίφους, δεν μπορούμε ούτε κατά διάνοια να είμαστε σίγουροι για το λογιστικό μας υπόλοιπο κι όταν έρχεται η ώρα να μοιραστούμε το λογαριασμό δεν είμαστε ποτέ αυτοί που θα κάνουν τη διαίρεση ή θα μαζέψουν τα χρήματα.

Όχι, δεν είμαστε ηλίθιοι επειδή δεν μπορούμε να κατανοήσουμε περιττές μαθηματικές ακολουθίες. Είναι που βαριόμαστε κάθε πρακτική λογική, είναι που είμαστε λίγο πιο καλλιτέχνες απ’ τους πολλούς και που τα κεφάλια μας είναι ένα τσικ πιο πολύχρωμα απ’ των υπολοίπων.

Επειδή για εμάς δεν υπάρχει μόνο άσπρο και μαύρο· για εμάς το φάσμα των αποχρώσεων είναι ανεξάντλητο κι οι δυνατότητες ακαθόριστες. Κι όχι, δεν είναι απλό για όλους να κατανοήσουν κάτι που θεωρούν άχρηστο, όπως δεν είναι απλό για κάποιον ψυχρό μαθηματικό νου να ανατριχιάσει με στίχους του Καβάφη. Άλλωστε πόση σημασία έχει να ξέρεις να μετράς σωστά όταν έχεις μάθει να υπολογίζεις;

 

Επιμέλεια Κειμένου Φρόσως Μαγκαφοπούλου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου