Κάθισα πολλή ώρα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή για να σκεφτώ πώς να ξεκινήσω αυτό το άρθρο. Έγραφα κι έσβηνα, έγραφα κι έσβηνα, ώσπου σταμάτησα κι απλώς προσπαθούσα να βάλω τις σκέψεις μου σε μία σειρά. Είμαι από τους ανθρώπους που έχω μαλώσει πολλές φορές με κόσμο στο άκουσμα της φράσης «εγώ δεν έχω πρόβλημα με τους ομοφυλόφiλους, αλλά όχι και να υιοθετούν παιδιά, κάπου να υπάρχει ένα όριο», έχω κόψει τα πολλά-πολλά με ανθρώπους που ξεστόμισαν μπροστά μου αυτό το μισητό «εγώ έχω φίλους γκέι, δεν έχω πρόβλημα μαζί τους, αρκεί να μη προκαλούν» κι ας μην αρχίσω καλύτερα για το τι παθαίνω στο άκουσμα διαφόρων κοσμητικών ομοφοβικών επιθέτων που δεν καταδέχομαι καν να πληκτρολογήσουν τα δάχτυλά μου.

Προσπαθώντας να κάνω burn στην επικριτική μου φύση, ας ξεκινήσω κοιτάζοντας λιγάκι την καμπούρα μου. Είναι σωστό να αντιδράω έτσι όταν ακούω τη διαφορετική άποψη ενός ανθρώπου που καλώς ή κακώς μεγάλωσε με άλλο τρόπο από εκείνον που μεγάλωσα εγώ κι έχει το δικαίωμα να την εκφράζει, έχοντας ακριβώς ισάξια ελευθερία λόγου με εμένα; Όχι. Μπορώ να θεωρώ (ή και να βαφτίζω) ηλίθιους κι απολίτιστους όσους θεωρούν πως, επειδή ανήκουν  στην πλειοψηφική (;) πλευρά της ετεροφυλοφιλίας, θεωρούν πως έχουν το δικαίωμα να νιώθουν «φυσιολογικοί» έναντι άλλων ανθρώπων; Πάλι όχι. Τότε γιατί αντιδράω λιγότερο πολιτισμένα απ’ όσο θα ήθελα, τι τσιμπιέται μέσα μου τόσο πολύ που με κάνει να γίνομαι η ίδια ηλίθια κι απολίτιστη στις συζητήσεις μου μαζί τους;

Το έχω σκεφτεί και θεωρώ πως κάπου έχω καταλήξει με τα χρόνια· είναι που με πειράζει πως οι άνθρωποι έχουν καταντήσει να θεωρούν πως ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ομοφοβία είναι απόψεις, θέματα για τα οποία έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να έχουν γνώμη επειδή γεννήθηκαν πολίτες μιας ελεύθερης χώρας, λες κι έχεις το δικαίωμα σε οποιαδήποτε χώρα αυτού του κόσμου να διαφωνείς με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ταυτότητα ενός άλλου συμπολίτη σου, επειδή η διαφορετικότητά του σκανδαλίζει τον εσωτερικό σου κυρ-Παντελή. Εκεί είναι που θυμώνω και μου βγαίνει το ψυχολογικό χτικιό, καταλαβαίνεις; Άρα δεν έχω γεννηθεί Άσπα Τσίνα· Άσπα Τσίνα με κάνει το άδικο.

Επειδή ζούμε στον ίδιο κόσμο· και πραγματικά, δέχομαι να τον βλέπουμε αλλιώς, αλλά αλλιώς μέχρι εκεί που σεβόμαστε ο ένας τον άλλον. Επειδή ναι, υπάρχουν πολλοί ακατάλληλοι γονείς οι οποίοι έχουν φέρει στον κόσμο αμέτρητα παιδιά που τραυμάτισαν με τη θέλησή τους ή χωρίς. Γονείς που έχουν καταστρέψει αθώες ψυχούλες στο βωμό των δικών τους, ανεκπλήρωτων προσδοκιών, γονείς που έσπασαν στο ξύλο παιδικά κορμάκια προσπαθώντας να ξεσπάσουν τα νεύρα τους, γονείς που γέμισαν αθώα μάτια με εικόνες που δεν ξεγράφονται από την ψυχή και τα μυαλό ούτε με ηλεκτροσόκ, γονείς που παράτησαν τα παιδιά τους σε κάδους, που τους απαγόρευσαν να γίνουν αυτό που ονειρεύτηκαν, που τα έκαναν να νιώθουν πως δε θα είναι ποτέ αρκετά, που τους απαγόρευσαν να έχουν όνειρα κι όλα αυτά είναι τα good case scenarios της κακοποίησης, πράγμα που είναι ξεκάθαρο σχήμα οξύμωρο, απλώς δεν μπορώ να το θέσω και διαφορετικά, καθώς τα bad case scenarios κάνουν τα χέρια μου να τρέμουν και δε θέλω να αναφερθώ για να μη βαρύνει το κλίμα παραπάνω, εσύ όμως που με διαβάζεις σίγουρα έχεις δυο-τρία πρόχειρα στο μυαλό σου που σε κάνουν να καταλαβαίνεις απόλυτα τι εννοώ.

Μπορώ να κατηγορήσω αυτούς τους γονείς ρίχνοντας το φταίξιμο στην straight σεξουαλική τους ταυτότητα; Ούτε καν, δεν θα μπορούσε να έχει σχέση αυτό. Μπορώ να το ρίξω στη φύση του μυαλού τους, στην παιδεία τους, στα ψυχιατρικά θέματα που μπορεί να είχαν; Ναι, μπορώ, κι αυτό δεν έχει να κάνει με το φύλο, κατάλαβες; Έχει να κάνει με τον άνθρωπο. Επειδή υπάρχουν άνθρωποι που είναι ολοκληρωμένοι και κατάλληλοι να γίνουν γονείς, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου ή οικονομικής κατάστασης κι άλλοι που είναι καθέτως κι οριζοντίως ακατάλληλοι για χίλιους δυο λόγους, κι αυτό δεν έχει επ’ ουδενί να κάνει με τον σεξουαλικό προσανατολισμό κανενός.

«Ωραία. Και πες πως τα ισοπεδώνουμε όλα. Πώς θα εξηγήσω εγώ στο παιδί μου αύριο-μεθαύριο ότι ο Γιωργάκης έχει δύο μπαμπάδες;»

Βασικά, τι θα έλεγες να μεγαλώσεις ένα παιδί που δέχεται τη διαφορετικότητα, που θα ξέρει πως δεν κάνει μόνο πέντε και πέντε δέκα, πως οι άνθρωποι είναι πρώτα άνθρωποι και μετά αυτό που έχουν στο βρακί τους; Αν μεγαλώσεις ένα παιδί έτσι, ποτέ δε θα χρειαστεί να έρθεις σε δύσκολη θέση εξηγώντας του πράγματα που μέχρι χθες του έκλεινες τα μάτια για να μην τα δει, ή του έλεγες παραμύθια για μη χρειαστεί να ζοριστείς να του εξηγήσεις αυτό που δεν καταλαβαίνεις ή δε δέχεσαι ο ίδιος;

Έχω, που λες, ένα φίλο παιδικό, ας τον πούμε Φώτη. Όταν γνώρισα τον Φώτη στο δημοτικό ήξερα πολύ καλά από την πρώτη στιγμή πως δεν ήταν σαν τα άλλα αγόρια. Ο Φώτης έκανε παρέα μόνο με κορίτσια επειδή τα αγόρια δεν τον έπαιζαν, βλέπεις, εμ δεν τους έμοιαζε, εμ δεν ήταν καλός στην μπάλα. Τα αγόρια τον φώναζαν «Φωτούλα» ή «Φωτεινή» επειδή έκανε παρέα με εμάς. Ο Φώτης δήθεν δε νοιαζόταν, αλλά νοιαζόταν και πολλές φορές βούρκωναν τα μάτια του κι ας γυρνούσε από την άλλη για να μην τον δούμε.

Ο Φώτης γεννήθηκε θηλυπρεπής, δεν έγινε. Η μητέρα του είναι μια γυναίκα γλυκύτατη που τον μεγάλωσε με περισσή αγάπη. Ο πατέρας του από τους πατεράδες που ήταν πάντα παρών, που τον συμβούλευε και τον μεγάλωσε με αξίες όπως και τα άλλα του δύο παιδιά. Ο Φώτης μεγάλωσε όπως ακριβώς μεγάλωσαν τα δύο του αδέρφια. Ο Φώτης γεννήθηκε ομοφυλόφιλος, τα αδέρφια του όχι. Ο Φώτης έφυγε από τη μικρή επαρχιακή πόλη που μεγαλώσαμε επειδή αγάπησε ένα αγόρι κι εδώ δεν μπορούσε να τον αγκαλιάσει, να του κρατήσει το χέρι στο δρόμο, να τον αγαπήσει όπως ήθελε τέλος πάντων, επειδή έτρεμε μη φέρει σε δύσκολη θέση τους γονείς του. Ο Φώτης μου μένει στην Αθήνα και χαίρομαι που είναι ευτυχισμένος και πιο ελεύθερος, κι ας ξέρω πως πάλι δεν είναι όσο ελεύθερος θα έπρεπε να είναι.

Ο Φώτης έχει τόση αγάπη μέσα του που είμαι σίγουρη πως θα γινόταν υπέροχος μπαμπάς, εξίσου υπέροχος με πολλούς άλλους υπέροχους μπαμπάδες που ξέρω, κι εξαιρετικά ικανός να δώσει όλη την αγάπη που βράζει μέσα του σε αντίθεση με πολλούς άλλους πατεράδες που επίσης ξέρω. Όσο υπέροχος άνθρωπος κι αν είναι όμως, πάντα θα πρέπει να αντιμετωπίσει όλους εκείνους που πιστεύουν πως έχουν το δικαίωμα να του υπαγορεύσουν τι έχει δικαίωμα και τι δεν έχει δικαίωμα να ονειρευτεί, έτσι, επειδή η πατριαρχία τους πότισε τη σταφιδιασμένη ψυχή με κάποιο τρόπο που δε με νοιάζει καν να μάθω, αφού στα μάτια μου φαντάζει το ίδιο νοσηρός με την πεποίθησή τους πως μπορούνε να βαφτίσουν μια αγάπη «ανώμαλη» ή «λιγότερο φυσιολογική» από μια άλλη, λες και η αγάπη δεν είναι απλώς αγάπη απ’ όπου στο διάολο κι αν προέρχεται.

Γι’ αυτό θυμώνω· επειδή είμαι ανήμπορη να τους πείσω πως αν έχω εγώ δικαίωμα να παντρευτώ, να κάνω παιδί ή απλώς να τα ονειρευτώ όλα αυτά, πρέπει να έχει το ίδιο δικαίωμα και ο Φώτης που αγάπησε ένα Γιάννη, και η Ελένη που αγάπησε μια Αφροδίτη. Αλλιώς δε μιλάμε για ανθρώπινο, αλλά για ελιτίστικο δικαίωμα, αλλιώς έχουμε το θράσος να θεωρούμε πως για κάποιο λόγο τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι δικαιώματα πολλών, αλλά όχι όλων και πως, κατ’ επέκταση, εμείς είμαστε πιο άνθρωποι από κάποιους άλλους ανθρώπους.

Δεν έχω γίνει μαμά ακόμα, ίσως να γίνω σε λίγα χρόνια, ίσως να μη γίνω και ποτέ. Αν γίνω όμως, δε θέλω να φτάσω ποτέ στο σημείο να αναρωτηθώ πώς θα εξηγήσω στο παιδί μου γιατί μια αγάπη είναι πιο «ok» αγάπη από μία άλλη, επειδή από τη στιγμή που θα γεννηθεί ονειρεύομαι να το κάνω να κατανοεί από μόνο του πως μόνο ένα είδος αγάπης υπάρχει, η αληθινή, και πως η αγάπη αυτή εκφράζεται με αγκαλιές που δεν έχουν γαλάζιο ή ροζ χρώμα, πως παίρνει πνοή μέσα από φράσεις όπως «εγώ είμαι εδώ», «πιστεύω σε εσένα» και «σ’ αγαπάω γι’ αυτό που είσαι» κι αυτά τα λόγια δεν έχει σημασία αν έρχονται από μία μαμά κι έναν μπαμπά, δύο μπαμπάδες, δύο μαμάδες, ή από ένα γονιό που, για τον άλφα ή βήτα λόγο, μόνος του παλεύει να μεγαλώσει το ανθρωπάκι του.

Όχι, δεν έχεις δικαίωμα να πεις πως κάποιος συνάνθρωπός σου δεν μπορεί να μεγαλώσει ένα παιδί επειδή η κανονικότητά του είναι διαφορετική από τη δική μου και τη δική σου. Επειδή έχουμε μπουχτίσει από ψευτοκαθωσπρεπισμό κι επικρίσεις. Επειδή αν για έναν άνθρωπο είναι δύσκολο να εξηγήσει στο παιδί του «γιατί ο Γιαννάκης έχει δύο μπαμπάδες» σκέψου πόσο δύσκολο είναι για έναν άλλον να εξηγήσει στο δικό του γιατί οι συμμαθητές του το κοροϊδεύουν που κάνει παρέα με κορίτσια ή που του αρέσει το μπαλέτο κι όχι να σακατεύει τα γόνατά του στο ποδόσφαιρο. Σ’ έναν κόσμο που η ευτυχία μετριέται σε εικόνα και υλικά αγαθά, ας γίνουμε επαναστάτες κι ας τη μετρήσουμε σε συναίσθημα. Και το συναίσθημα αυτό ας προέρχεται από όπου να ‘ναι.  Αρκεί να είναι αληθινό. Έτσι γίνονται ευτυχισμένοι οι άνθρωποι, έτσι γίνεται κι ο κόσμος ένα καλύτερο μέρος για όλους μας.

Venceremos.

 

Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου