Ευχόμουν κι εγώ να γίνω δεκαοκτώ κάποτε, όπως φαντάζομαι το ευχόσουν κι εσύ· να μεγαλώσω, να κάνω ό,τι θέλω, να μένω μόνη μου, να γίνω ανεξάρτητη, όλα αυτά τα ψευδαισθησιακά τέλος πάντων. Κι έγινα δεκαοκτώ, και «μεγάλωσα», κι έκανα ό,τι ήθελα, κι έμεινα μόνη μου, κι έγινα ανεξάρτητη. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Επειδή η ενηλικίωση δεν έρχεται σχεδόν ποτέ στα δεκαοκτώ. Μπορεί να έρθει στα έξι σου, στα δεκαέξι σου, στα είκοσι έξι σου ή στα πενήντα έξι σου. Επειδή όσο έχεις δύο ανθρώπους να φωνάζεις «μαμά» και «μπαμπά» είσαι ακόμα παιδί. Το παιδί τους.

Εμένα που λες, η ενηλικίωσή μου ήρθε στα τριάντα δύο μου. Πρώτη του Δεκέμβρη, σαν σήμερα, στις τέσσερις το μεσημέρι, μ’ ένα τηλεφώνημα. Δεν ήμουν ούτε αρκετά μικρή για να φροντίσουν άλλοι κάποια πράγματα για μένα, ούτε όμως τόσο μεγάλη ώστε να μπορώ να χωνέψω πως έτσι είναι η ζωή. Κι ο κόσμος έχασε οχτώ στροφές. Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, ακόμη δεν έχει βρει τον ρυθμό του.

Και ξαφνικά όλα είναι αλλιώς· κι όταν λέω αλλιώς εννοώ περίεργα, άδεια και κάπως μαυριδερά. Κατανοείς βίαια πως όλα έχουν ένα τέλος, ακόμα κι εκείνα τα «για πάντα» που πίστευες πως δε θα σε προδώσουν ποτέ. Γιατί γονιός σου είναι ρε γαμώτο, αν δεν πιστέψεις στα δικά του «για πάντα», τότε σε ποιανού; Κι από τη μία μέρα στην άλλη, η καρέκλα του στην τραπεζαρία είναι άδεια, και το βαθούλωμα στη θέση του στον καναπέ είναι εκεί, να κάθεσαι πάνω και να νομίζεις πως πέφτεις στον Καιάδα με 400 χιλιόμετρα την ώρα. Και νιώθεις πως πονάνε όλα κι όταν λέω όλα εννοώ ακόμα κι εκείνα που υπό άλλες περιπτώσεις θα σου φαινόταν γελοίο αν σου έλεγε κάποιος πως θα μπορούσαν να πονάνε.

Πονάνε τα σαράντα αξόδευτα ευρώ στο πορτοφόλι του, πονάει το δώρο που του φυλούσες για έκπληξη και δεν πρόλαβες να του δώσεις, πονάνε οι ωραίες στιγμές περισσότερο από τις κακές, πονάνε αυτά που φανταζόσουν πως είχε ακόμη να ζήσει, πονάει η θάλασσα που τόσο αγαπούσε, πονάει η όψη του θείου σου που ποτέ δεν είχες παρατηρήσει πόσο του μοιάζει, πονάει η νίκη της αγαπημένης του ομάδας, πονάνε και τα γιαούρτια που έτρωγε όταν τα βλέπεις στο σουπερμάρκετ. Και κλαις στα κρυφά μπροστά στα γαλακτοκομικά, και ταυτόχρονα ντρέπεσαι επειδή ξέρεις πως δεν υπάρχει πιο ντροπιαστικό πράγμα από το να σε δει κάποιος να κλαις μπροστά από ένα ψυγείο  στο σουπερμάρκετ.

Και μαθαίνεις τον γονιό σου ερήμην του από την αρχή κι ας έκοβες το χέρι σου πως τον ήξερες σαν την παλάμη του χεριού σου. Ξαφνικά μαθαίνεις πως όταν του είπες πως πήρες το πτυχίο σου από το πανεπιστήμιο έκλαιγε από καμάρι κι ας σου είπε εσένα ένα απλό «μπράβο», σαν να μην έδωσε και πολλή σημασία. Μαθαίνεις πως ποτέ δεν πέταξε εκείνο το κομπολόι που του είχες πάρει πριν δεκαπέντε χρόνια κι ας είχε μαυρίσει το μέταλλό του με τον καιρό. Μαθαίνεις πως είχε τη φωτογραφία σου στο κινητό του, εκείνη που σου έβγαλε μπροστά στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο για να δοκιμάσει το καινούριο του κινητό δύο μόλις εβδομάδες πριν τον χάσεις, εκείνη τη φωτογραφία που του είχες πει να σβήσει επειδή βγήκες χάλια. Μαθαίνεις πως στα μάτια του ποτέ δεν ήσουν χάλια.

Και μεγαλώνεις σε μια μέρα, σε μια ώρα και σε μια στιγμή, για λίγο σχεδόν γερνάς. Τώρα πρέπει εσύ να περνάς το αμάξι από ΚΤΕΟ, να το πηγαίνεις για πλύσιμο, να τρέχεις στον λογιστή, να κάνεις όλες εκείνες τις αγγαρείες που έκανε εκείνος με χαρά για να σε ξεκουράσει επειδή δουλεύεις πολύ, επειδή τρέχεις όλη μέρα, επειδή «έχεις το μυαλό σου στους καφέδες σαν τη γιαγιά σου».

Και θυμώνεις· έχεις μέσα σου μια οργή που άλλες φορές σιγοκαίει κι άλλες κοχλάζει. Θυμώνεις με σένα που δεν κατάφερες να κάνεις τα πάντα για να μη φύγει, θυμώνεις μ’ εκείνον που δεν πρόσεχε αρκετά, που σε άφησε, «επειδή δεν κάνουν έτσι οι σωστοί γονείς ρε γαμώτο», θυμώνεις με την τύχη σου, με τους συνομηλίκους του που είναι ακόμα ζωντανοί ενώ αυτός όχι και μετά αναρωτιέσαι πότε έγινες τόσο σκατόψυχος και τα χάνεις ακόμα λίγο, παραλογίζεσαι, θυμώνεις που υπάρχει κόσμος που ζει κανονικά την ώρα που ο δικός σου κόσμος σταμάτησε να γυρίζει, θυμώνεις με όλα εκείνα τα «ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός», επειδή εσύ ξέρεις πως ο χρόνος είναι ένας σκατένιος κομπογιαννίτης που πλήρωσε για να πάρει το πτυχίο του και γίνεται πλούσιος τάζοντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες σε απελπισμένους. Και θυμώνεις με όσους δεν είναι εκεί δίπλα σου και νευριάζεις με όλους εκείνους που είναι εκεί με το λάθος τρόπο και θες να βρίσεις όσους σου λένε αόριστα λόγια παρηγοριάς, καμιά φορά και χοντράδες. Αλλά μη θυμώνεις, επειδή οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι να πουν σε τέτοιες περιπτώσεις, ιδίως αν δεν έχουν βιώσει ό,τι βιώνεις εσύ και τέλος πάντων δεν έχουν όλοι ανεπτυγμένη ενσυναίσθηση για να ξέρουν πως στην τελική πρέπει απλώς να σου κρατήσουν το χέρι και να μη σου πουν τίποτα. Ούτε εσύ θα ήξερες τι να κάνεις αν δε σου είχε συμβεί.

Κι αν ήταν άρρωστος, εύχεσαι να μην είχε ταλαιπωρηθεί τόσο, να τον έχανες ξαφνικά, να μη σου είχε μείνει στο μυαλό σου η αποκαμωμένη εικόνα του, να μην τον είχες δει να υποφέρει, να μη χρειαζόταν να το ζήσεις κι αυτό. Κι αν τον χάσεις ξαφνικά, εύχεσαι να σε είχε προειδοποιήσει η ζωή, να το ήξερες, να είχες προετοιμαστεί έστω και λίγο για όλο αυτό το τσουνάμι που ήρθε και σε παρέσυρε, να είχες να προλάβεις να του πεις εκείνα τα γαμίδια τα «σ’ αγαπάω», τα «είμαι περήφανη που είσαι μπαμπάς μου», να τον αγκάλιαζες με όλη σου τη δύναμη, επειδή τώρα δεν μπορείς και είσαι πια αναγκασμένος να ζεις με τις τύψεις που γεννήθηκες σφιχτοκώλης με τα συναισθήματά σου και να σκυλομετανιώνεις μια ζωή που τσιγκουνευόσουν τις αγκαλιές σου επειδή «σιγά μωρέ κι αύριο μέρα είναι». Ε, κάποιες φορές δεν είναι μέρα αύριο και μένεις εσύ μαλάκας, να το μαθαίνεις μ’ αυτόν τον τρόπο.

Και μετά είναι τα πρώτα Χριστούγεννα μακριά του και η πρώτη Πρωτοχρονιά και το πρώτο Πάσχα και τα πρώτα σου γενέθλια κι όλα είναι σκατά, γεμάτα δάκρυα και «θυμάσαι πέρσι τέτοια μέρα που…;» που δε βοηθάει καθόλου, αλλά δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς. Και περνάει ο καιρός και ξαναγελάς, και ξαναχαίρεσαι, και ξαναμοιάζουν όλα κάπως φυσιολογικά και νομίζεις πως πέρασε. Μέχρι ν’ ακούσεις ένα τραγούδι που αγαπούσε τυχαία στο ραδιόφωνο εκεί που οδηγείς και να αρχίσεις στα καλά καθούμενα να κλαις με λυγμούς και να ορκίζεσαι πως θα έδινες τα πάντα για να γύριζε ο χρόνος πίσω ενώ δεν μπορείς να πάρεις ανάσα από τα αναφιλητά. Και μετά περνάει πάλι, τουλάχιστον μέχρι την επόμενη αφορμή που θα σου ξαναρημάξει την ψυχούλα και οι χαρές ξανάρχονται, όταν όμως έρχονται δεν είναι ποτέ οι ίδιες επειδή δεν είναι κι αυτός εκεί μαζί σου να χαρείτε παρέα, επειδή υποσυνείδητα νιώθεις άσχημα που τελικά όντως η ζωή συνεχίζεται κι ας μη συνεχίζεται όπως θα συνεχιζόταν αν ζούσε.

Και τελικά; Βγαίνει τίποτα καλό από την όλη ιστορία; Δε θα το πιστέψεις, αλλά βγαίνει. Και σου το λέει άνθρωπος που είναι κάπως μαλωμένος με την αισιοδοξία τελευταία. Αρχικά, σταματάς να στεναχωριέσαι για μαλακίες. Βασικά στεναχωριέσαι, αλλά για λίγο. Επειδή πάντα λες «έλα σε παρακαλώ, έχω περάσει και χειρότερα» και πας παρακάτω στο τσακ μπαμ, όχι όπως παλιά. Περνάει ο πόνος; Δεν περνάει αλλά μαλακώνει, τον συνηθίζεις, γίνεται κομμάτι σου και προχωράτε μαζί, οπότε είναι λίγο πιο υποφερτός, σαν ένας συγκάτοικος που δεν πολυχωνεύεις αλλά αναγκάζεσαι να ανέχεσαι για να βγαίνουν τα έξοδα του μήνα.  Κι όσο πιο νωρίς πάρεις χαμπάρι πως δε θα είσαι ποτέ ξανά ο ίδιος μετά την απώλεια, τόσο το καλύτερο. Είσαι μια έκδοση με ψυχικά αντισώματα, πιο δυνατή, πιο ανθρώπινη και πιο συνειδητοποιημένη. Χωρίς αυτόν, αλλά μ’ αυτόν μέσα σου πιο πολύ από ποτέ.

Εύχομαι να μην καταλαβαίνεις τι λέω, εύχομαι ν’ αργήσεις να καταλάβεις όσο περισσότερο γίνεται. Επειδή το νωρίς πονάει περισσότερο από το αργότερα σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Κι αν πάλι με καταλαβαίνεις, λυπάμαι πολύ. Όπως ξέρω πως λυπάσαι κι εσύ για όλους όσους πέρασαν το ίδιο. Οι άνθρωποί μας όμως ζουν όσο τους θυμόμαστε. Απ’ όλα τα σκατοκλισέ που άκουσα τότε, αυτό ήταν το πιο παρήγορο.

 

Σ’ αγαπάω μπαμπά. Αφού άργησα να σου το πω, σου το γράφω.

Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου