Πρόσφατα έτυχε να είμαι αυτόπτης κι αυτήκοος μάρτυρας στο γκρέμισμα ενός «μοναδικού» έρωτα με «απίθανη» χημεία. Δυο άνθρωποι, ο ένας (αναφερόμενος από εδώ και στο εξής ως άτομο Α) πολύ δικός μου κι ο άλλος ένας τυχαίος γνωστός (αναφερόμενος αντίστοιχα ως άτομο Β) βρέθηκαν να μιλάνε νυχθημερόν στα σόσιαλ μετά από ιδιαίτερη επιμονή του δεύτερου, ο οποίος ήθελε τελικά σχέση, ενώ ο πρώτος, ο φίλος μου, ναι μεν περνούσε καλά, αλλά δεν το πολυέψηνε για κάτι παραπάνω (και το είχε ξεκαθαρίσει), τόσο λόγω της διαφοράς ηλικίας όσο κι εξαιτίας μιας γενικότερης αίσθησης πως πέρα από την άλφα σωματική έλξη που αδιαμφισβήτητα ένιωθαν τα δυο τους, το όλο νταραβέρι δεν είχε να προσφέρει κάτι παραπάνω. Και πολύ σωστά θεωρούσε, θα έλεγα εγώ, ως ένας δήμιος του έρωτα τόσο άξιος που θα έκανε περήφανο τον Ίρβιν Γιάλομ. Μόνο που εμένα δε με ρώτησε κανένας, οπότε πήρα σπόρια, πήγα στη γωνίτσα μου και παρακολουθούσα βαριεστημένα τις εξελίξεις μιας ιστορίας που θα μπορούσε να είναι ομοίως «μοναδική» με ένα εκατομμύριο άλλες.

«Εγώ θέλω να είμαστε μαζί.», είπε ένα βράδυ το άτομο Β στο άτομο Α.

«Εγώ δε θέλω γιατί δε νομίζω πως είναι καλή ιδέα.», απάντησε το άτομο Α.

«Είσαι θύμα κοινωνικών συμβάσεων.», αποκρίθηκε με περισπούδαστο ύφος το άτομο Β.

«Απλά δε νομίζω πως ταιριάζουμε.», συνέχισε το βιολί του το άτομο Α.

«Οκ, να περνάς καλά, εγώ κουράστηκα.», πέφτει η σκηνή με πλάνο στο άτομο Β να φεύγει με το κεφάλι ψηλά και την ψυχή στα πόδια.

Αυτός ήταν πάνω-κάτω ο διάλογός τους κι έπειτα χώρισαν τα τσανάκια τους. Ο Α νόμιζε πως ο Β ήταν στα πατώματα και συνέχισε τη ζωή του κανονικά, με λίγες τυχαίες τύψεις πού και πού να του υπενθυμίζουν πως ρήμαξε μια αθώα ζωή. Στο σημείο αυτό να δώσω μερικές λεπτομέρειες που έχουν σημασία για το όλο στόρι· το μεταξύ τους πήγαινε-έλα κράτησε περίπου ένα μήνα, διάστημα που δεν το λες ικανό να κουράσει έναν πραγματικά ερωτευμένο, άσχετο αν το ψήσιμο κράτησε πολύ περισσότερο. Επίσης, η ζωή έχει διαολεμένο χιούμορ και σε μια πόλη μεγάλη όπως η Αθήνα ο Α είδε τον Β λίγες μέρες μετά να κυκλοφορεί περιχαρής με άτομο Γ και το πήρε εντελώς στραβά, καθώς «πώς είναι δυνατόν, αφού αυτό που ένιωθε για εμένα ήταν μοναδικό». Και το άλλο το καλό; Mόλις αποφάνθηκα πως το «μοναδικό» του συναίσθημα μάλλον είχε πολλές κατευθύνσεις (το έψηνε ταυτόχρονα κι ό,τι κάτσει, that is) πήρα την απάντηση «αποκλείεται, τον γνωρίζω πολύ καλά, δεν είναι τέτοιος άνθρωπος».

Ε, συγγνώμη, αλλά γέλασα. Όχι και δεν είναι, φιλαράκι.

Το άτομο Β με λίγα λόγια ήθελε σώνει και ντε κάπου να ακουμπήσει. Ήθελε σχέση κι ας ήταν με όποιον να ήταν. Και δεν έκατσε το άτομο Α, έκατσε όμως το άτομο Γ. Και τώρα το άτομο Α το είχα εγώ στο τηλέφωνο να παραλογίζεται, να αναρωτιέται «γιατί» και «πώς», να μη τρώει, να μη το χωράει το σπίτι, να ανεβάζει τραγούδια πονεσιάρικα στα σόσιαλ, να στεναχωριέται και να φοβάται να κυκλοφορήσει έξω μη τυχόν και τους δει ξανά μαζί κι αναγκαστεί να λιποθυμήσει θεατρικά μπροστά τους. Εγώ φουλ eyeroll εντωμεταξύ, να αναρωτιέμαι σε φάση γουατδαφακ, από πού κι ως που προέκυψε το όλο αυτό δράμα που μέχρι πριν, το άτομο Α όχι μόνο μου παρίστανε πως δεν ενδιαφέρεται, όντως δεν ενδιαφερόταν, είμαστε φίλοι δέκα χρόνια και ξέρω πότε χτυπάει η καρδούλα του και πότε όχι. Αν και, ως εξωτερικός παρατηρητής, ήξερα πάρα πολύ καλά από πού προέκυψε το προαναφερθέν δράμα· από λαβωμένο εγωισμό, σίγουρα το μάντεψες και χωρίς τη βοήθειά μου.

Όταν έχεις συνηθίσει να λατρεύεσαι, δεν μπορείς να χωνέψεις την αποκαθήλωσή σου, ιδίως τόσο απότομα. Το βλέπουμε από ανθυποcelebrities που όταν φύγουν τα φώτα της αναλώσιμης δημοσιότητάς τους από πάνω τους αρχίζουν να βγάζουν σκάνδαλα ή ιστορίες γύρω από το όνομά τους για να τσιμπήσουν έστω λίγο τυράκι προσοχής, το βλέπεις σε βεντέτες πρώην συντρόφων, που μπορεί να μη δίνουν δεκάρα πια ο ένας για τον άλλον, παρόλα αυτά είναι ικανοί να μπλέκονται αιώνια σε έναν άτυπο διαγωνισμό του στιλ «ποιος έγινε πιο ευτυχισμένος μακρυά από τον άλλον», το βλέπεις κι εσύ, που όλο και κάποιος δεξιοτέχνης player ανεξαρτήτως φύλου θα σε έκανε να αμφισβητήσεις κάποτε την αξία σου, να νομίζεις πως ερωτεύτηκες και να τραβήξεις τα πάνδεινα μέχρι να κατάλαβες πως δεν.

Δεν είναι έρωτας ο πληγωμένος εγωισμός, επανάλαβε μετά από εμένα μπας και ζήσεις καλύτερα από εδώ και πέρα, είναι απλά εγωισμός. Δεν είναι έρωτας η ανάγκη να έχεις δίπλα σου κάποιον μόνο και μόνο για να σου καλύψει τα συναισθηματικά κενά, είναι ανασφάλεια. Δεν είναι έρωτας αν θέλεις τον άλλον επειδή κάνει καλό στο εγώ σου, σε αυτό που τέλος πάντων θέλεις να νομίζεις ότι είσαι, ούτε είναι έρωτας η ατέλειωτη εμμονή με ένα συγκεκριμένο άτομο επειδή παίζει κάτι από όλα τα παραπάνω ή για έναν άλλο, εντελώς δικό σου λόγο. Ο έρωτας είναι έρωτας μόνο όταν είναι αμοιβαίος, μόνο όταν τρέφεται σε καθημερινή βάση και κυρίως όταν δε βασίζεται σε κόλπα, τελεσίγραφα κι εύκολες αντικαταστάσεις.

Ο αληθινός έρωτας έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό· είναι σπάνιος. Ας μη δίνουμε το όνομά του σε μαϊμού συναισθήματα που λειτουργούν ως πανάκεια για το αρρωστιάρικό μας εγώ.

 

Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου