Οι κολλητοί μας είναι η οικογένεια που επιλέγουμε, έτσι λέει ο θυμόσοφος λαός, έτσι λέει κι η λογική μας. Δεν αποτελούν σχέση αναγκαστική, όπως συχνά είναι τα πάρε-δώσε μας με το συγγενολόι, είτε αυτοί είναι οι θείοι και τα ξαδέρφια μας είτε τα ίδια μας τα αδέρφια. Ξέρεις, ένα συγγενή μπορείς να τον ανέχεσαι εσαεί για χίλιους δυο ηθικοκοινωνικούς λόγους, οι φίλοι μας όμως δίνουν τις εξετάσεις τους καθημερινά κι είτε περνάνε στην επόμενη φάση είτε τους εύχεσαι να πάνε στο καλό ελαφρά την καρδία, και βρίσκεις καινούριους.

Τους επιλέγουμε, λοιπόν, και συνειδητά τους κάνουμε κομμάτι της ζωής μας. Αν η σχέση μας είναι ουσιαστική, τότε χαιρόμαστε με τις χαρές τους κι επωμιζόμαστε τα προβλήματά τους ως δικά μας. Για το λόγο αυτό, αν κάποιος μιλήσει άσχημα για τον κολλητό σου, αυτόματα γίνεται εχθρός σου, αν ο πρώην της κολλητής σου της κάνει κάτι κακό, νιώθεις πως έχεις το δικαίωμα τα του χαρακώσεις το αμάξι, ιδίως αν η άλλη δεν προλαβαίνει να το κάνει η ίδια επειδή κλαίει όλη μέρα, και γενικά έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν, κυριολεκτικότερα κι από ζευγάρι μπροστά σε παπά.

Εμβαθύνοντας λίγο στο κομμάτι του έρωτα, θα έλεγε κανείς πως ως κολλητός, βλέποντας το φιλικό other half σου να ενθουσιάζεται με κάποιον, ν’ αρχίζει να γελάει σαν βλαμμένος από μόνος του και να πέφτει σε στιγμιαίες καταθλίψεις άνευ λόγου κι αιτίας, δύο είναι τα τινά· ή που θα χαρείς μαζί του και θα κάνεις ό,τι περνά απ’ το χέρι σου για να το ζήσει όπως του αξίζει (προσφέροντας τις Κυριακές που είχατε μαζί για να πάει διήμερο, θυσιάζοντας την αμέριστη προσοχή του επειδή πλέον αρέσκεται να χαζονιαουρίζει στα τηλέφωνα, δίνοντας μέχρι και το ίδιο σου το σπίτι, καθώς τα πουλάκια σου μένουν ακόμα στα πατρικά τους) ή που θα νιώσεις το τσίμπημα της ζήλιας, την αλλαγή που επέφερε το παράσιτο στη φιλία σας και θα προσπαθήσεις να το εξολοθρεύσεις με όποιο μηχανισμό εξισορρόπησης ανέπτυξε τόσα χρόνια το ανοσοποιητικό σύστημα της φιλίας σας.

Όλα αυτά έχουν να κάνουν με εσένα ως κολλητό, καθώς και με το πόσο καλά τα έχεις τόσο με τον εαυτό σου όσο και με τον άλλον άνθρωπο. Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση που εσύ, όντας φυσιολογικός, αμερόληπτος κι αλτρουιστής, βοήθησες τον συγκεκριμένο έρωτα να ριζώσει και στα ξαφνικά αρχίζεις, ως εξωτερικός και δίκαιος παρατηρητής της σχέσης απ’ τα γεννοφάσκια της, να βλέπεις πως κάτι έχει αρχίσει να μην πηγαίνει καλά; Τι κάνεις αν, παραδείγματος χάριν, βλέπεις το φιλαράκι σου να βουλιάζει σε μια σχέση καταπίεσης και ρουτίνας, αν παρατηρείς το χαρακτήρα του να έχει αλλάξει άρδην προς το χειρότερο, αν, τέλος πάντων, η σχέση αυτή, αντί να τον κάνει ευτυχισμένο, του επιφέρει μιζέρια κι ανασφάλεια;

Η μία επιλογή είναι να είσαι διακριτικός· αρχίζεις τις ερωτήσεις όσο πιο πλαγίως γίνεται, ρίχνεις άδεια για να πιάσεις γεμάτα, παρατηρήσεις εμμονικά συμπεριφορές και βλέμματα και νευριάζεις μόνος σου, αναρωτιέσαι αν ο άλλος είναι τόσο ηλίθιος που δε βλέπει μπροστά του και, γενικά, θέλεις να του μιλήσεις, να τον ταρακουνήσεις απ’ τους ώμους λέγοντάς του σε ντεσιμπέλ Άδωνη Γεωργιάδη να ξεστραβωθεί επιτέλους και να φύγει απ’ την απαίσια αυτή σχέση για να ξεγνοιάσει, αλλά πάντα κολλάς και περιμένεις την κατάλληλη ευκαιρία, η οποία ποτέ δεν έρχεται, καθώς είτε δεν ξέρεις πώς να το φέρεις στον άλλο χωρίς να στεναχωρηθεί είτε φοβάσαι πως θα σε κατηγορήσει πως ζηλεύεις και θα απομακρυνθείτε χωρίς λόγο.

Η άλλη επιλογή, αυτή των γενναίων ή των θερμοκέφαλων, είναι να μιλήσεις στον άλλον αμέσως μόλις βεβαιωθείς για τα σημάδια. Να πεις στο φίλο σου χωρίς περιστροφές πως δεν είναι αυτός που ήταν, να του δείξεις με αποδείξεις και στοιχεία πόσο κακό έχει κάνει στον εαυτό του, να τον βάλεις σε σκέψεις χωρίς να σε νοιάζει τι θα βρέξει και τι θα κατεβάσει, αρκεί εσύ να κοιμάσαι με το κεφάλι σου ήσυχο, γνωρίζοντας πως είπες την αλήθεια, ακόμη κι αν αυτό σου στοίχισε ένα φίλο με τον οποίο σχεδίαζες κουμπαριές και ξέφρενα γεράματα μπροστά στο τζάκι.

Είναι καμία απ’ τις δύο συμπεριφορές σωστότερη απ’ την άλλη; Δε θα το έλεγα. Πού τελειώνουν τα όρια της αγάπης και της ειλικρίνειας και πού ξεκινάνε τα όρια της αδιακρισίας; Η απάντηση, όπως σε όλα τα θέματα, βρίσκεται στη μέση.

Ναι, σου πέφτει λόγος, ιδίως αν η σχέση σου με τον κολλητό σου είναι πολύχρονη κι ουσιαστική, οφείλεις όμως να δώσεις χρόνο πριν βγάλεις οποιοδήποτε συμπέρασμα, πόσο μάλλον πριν το ανακοινώσεις. Η ζευγαρίσια ζωή έχει τις διακυμάνσεις της, όπως έχουν όλες οι ανθρώπινες σχέσεις και τα «μαζί» δε διαλύονται από μια στραβοτιμονιά, οπότε πρέπει να κρίνεις επαρκώς πότε πρέπει να το ανοίγεις και πότε πρέπει να το βουλώνεις και να κάνεις την πάπια. Αν, απ’ την άλλη, οι παρατηρήσεις σου είναι βάσιμες, τότε υποχρεούσαι να μιλήσεις, κατανοώντας πως σε αυτό το σημείο μεγαλύτερη σημασία έχει το πώς θα μιλήσεις παρά το τι θα πεις.

Μην κατηγορήσεις για να μην αναγκάσεις τον άλλον να αμυνθεί, μην κρίνεις καθώς ποτέ δε γνωρίζεις το εκατό τοις εκατό της κατάστασης, κάνε ερωτήσεις κι εντελώς σωκρατικά βοήθα τον φίλο σου να ανοιχτεί και να σου μιλήσει μόνος του. Παρουσίασε τα πράγματα ως έχουν, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κοσμητικά επίθετα για καμία απ’ τις δύο πλευρές και ξεκαθάρισε πως εσύ θα είσαι εκεί ό,τι κι αν διαλέξει, καθώς, ως φίλος, ο ρόλος σου είναι να υποστηρίζεις και να παρηγορείς, όχι να αποφασίζεις για το καλό του άλλου.

Ξέρεις, δεν μπορείς να προστατέψεις κανέναν άνθρωπο από κανένα πέσιμο, μπορείς όμως να τον ενημερώσεις πως το έδαφος είναι γλιστερό ή, τέλος πάντων, να τον σηκώσεις, είτε αυτό απαιτεί να απλώσεις απλά το χέρι σου είτε να φέρεις γερανό.

Γι’ αυτό είναι οι φίλοι. Για να αγαπάνε, όχι για να λένε «σου τα έλεγα».  Κι αγάπη σημαίνει να παραχωρείς στον άλλον το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής.

 

Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη