Με τα social media είχα πάντα μια σχέση αγάπης και μίσους. Στην ανατολή τους τα αποστρεφόμουν, όπως συνήθως αποστρεφόμαστε οι άνθρωποι κάθε τι που μας ξενίζει μέχρι να το συνηθίσουμε. Έπειτα τα λάτρεψα, όπως λατρεύαμε μικροί κάθε καινούριο παιχνίδι που γαργαλάει την περιέργειά μας, οπότε κι ασχολιόμουν μαζί τους πολλές ώρες τη μέρα. Στην παρούσα φάση, υπάρχουν μέρες που μου είναι αδιάφορα, κάποιες ελάχιστες που τα διασκεδάζω, πολλές όμως περισσότερες που σκέφτομαι πόσο πιο ωραία θα ήταν αν τα έσβηνα όλα, μπας και ζούσα πιο ήρεμη κι εκατό φορές πιο ευτυχισμένη.

«Γιατί δεν τα σβήνεις, λοιπόν;» θα ρωτήσεις σχεδόν ειρωνικά (καλά κάνεις, κι εγώ με το ίδιο ύφος με κοιτάζω κάθε φορά που παριστάνω την τάχα μου ψαγμένη κι επαναστάτρια πάνω από το κουμπί του log out). Θα σου απαντήσω όσο πιο ειλικρινά μπορώ. Πρώτον, είναι ένας εύκολος και διασκεδαστικός τρόπος να χαβαλεδιάζω με τους κολλητούς μου, το αγόρι μου και τη μαμά μου σε διάφορες φάσεις της μέρας, καθώς δεν είμαι και πολύ του τηλεφώνου, οπότε η επικοινωνία με μηνύματα, gifs και link sharing με βολεύει απίστευτα και μας κάνει όλους ευτυχισμένους. Δεύτερον, είναι ένα βασικό εργαλείο για τη δουλειά μου. Τρίτον, πάσχω από καραμπινάτο FOMO (Fear of Missing Out) και δυστυχώς ή ευτυχώς στη σημερινή εποχή η αποσύνδεση από τα social σημαίνει κι αυτόματο log out από την πραγματικότητα. Κυρίως το τελευταίο τώρα που το σκέφτομαι. Αλλά και τα άλλα δύο. Αλλά κυρίως το τελευταίο.

Τι με ενοχλεί στα σόσιαλ; Πολλά. Με ενοχλεί που οι περισσότερες αναρτήσεις με κάνουν να θυμώνω για πολλούς σωστούς ή και λάθος λόγους. Με νευριάζει η απεγνωσμένη προσπάθεια των περισσοτέρων να είναι διαρκώς το επίκεντρο της προσοχής, με θυμώνει το γεγονός ότι γίνονται διάσημοι χωρίς λόγο ένα σωρό ανόητοι άνθρωποι απλώς και μόνο επειδή τους είναι εύκολο να μην έχουν αναστολές, δεν αντέχω την ευκολία με την οποία διαδίδονται τα fake news, που αναπαράγονται με χιλιάδες share τόσα άρθρα που ζέχνουν κοινωνική σαπίλα, ρατσισμό, μισογυνισμό κι απόψεις ποτισμένες ναφθαλίνη, σιχαίνομαι που δε σοκάρομαι πια με εικόνες σκληρές καθώς τις έχει συνηθίσει τόσο πολύ το μάτι μου που δε μένει καν να τις κοιτάξει και που το μυαλό μου δίνει εντολή στο χέρι μου να συνεχίζει ατάραχο το scroll down, νευριάζω που νευριάζω έτσι εύκολα όταν βλέπω ανθρώπους να μαλώνουν σαν ηλίθιοι κάτω από post που θα μπορούσαν να προσπεράσουν αντί να προσπαθούν να επιβληθούν σε αγνώστους για την ορθότητα των αδιάφορων επιχειρημάτων τους, όχι επειδή τους νοιάζει πραγματικά για το συγκεκριμένο θέμα, αλλά έτσι, για να έχουν τον τελευταίο λόγο.

Τα social media, βλέπεις, ενώ ξεκίνησαν σαν ένα παιχνίδι που επρόκειτο να τονώσει λίγο ως πολύ το ναρκισσισμό μας, κατέληξαν ρωμαϊκή αρένα στην οποία οι άνθρωποι φροντίζουν να φάνε ο ένας τον άλλο προς τέρψη ενός φιλοθεάμονος κοινού που αντί να χειροκροτάει πατάει like, χαχα και καρδούλες. Οι διαρκείς ανακυκλώσεις δυσάρεστων ειδήσεων, οι οργισμένες αναρτήσεις από ανθρώπους που «πάντα» ξέρουν καλύτερα από εσένα, είτε το θέμα αφορά την πολιτική σκηνή της χώρας, είτε το πώς μεγαλώνεις το παιδί σου, είτε συνταγή για ντολμαδάκια και φυσικά η συνεχής (αν και συνήθως υποσυνείδητη) σύγκριση της ευτυχίας μας με εκείνης των ξένων κάνει την καθημερινότητά μας λίγο χειρότερη και το κεφάλι μας ένα όχι και τόσο όμορφο μέρος για να ζει κανείς.

Οι άνθρωποι μοιάζουν χωρισμένοι σε δύο ή και περισσότερα στρατόπεδα και το καθένα από αυτά πιστεύει πως οι ηλίθιοι είναι οι απέναντι και ποτέ κανείς τους δε θα μάθει ποιος έχει δίκιο. Ναι, η ζωή μας θα ήταν πολύ πιο όμορφη αν αύριο έπεφτε το internet για πάντα, καθώς θα ανακουφιζόμασταν από όλη αυτή την απάνθρωπη πίεση που δεχόμαστε να συμπεριφερόμαστε-μιλάμε-σκεφτόμαστε με έναν συγκεκριμένο τρόπο ώστε να θεωρούν οι άλλοι πως είμαστε πιο επιτυχημένοι, έξυπνοι, ευτυχισμένοι ή όμορφοι από εκείνους. Προσοχή σε αυτό το σημείο, δεν μας νοιάζει να είμαστε, θέλουμε απλά να θεωρούν ότι είμαστε. Εδώ έρχεται το αίσθημα κοινωνικού θυμού κι απογοήτευσης που φουντώνει πάντα, κάνοντάς μας να νιώθουμε ένα ανθρωποφάγο feeiling διαρκούς άγχους κι αβάστασχτης ανεπάρκειας. Γιατί το ίντερνετ μας δίνει διαρκή πρόσβαση στην αυλή του γείτονα, κάθε γείτονα, κι εμείς διαπιστώνουμε σε έναν αγώνα εντελώς άνισο πως τα ξένα γρασίδια είναι πάντα πιο πράσινα από το δικό μας.

Μπορεί να είναι.

Ας έχουμε βέβαια και στο μυαλό μας πως το πιο πιθανό είναι να είναι φωτοσοπαρισμένα.

 

Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου