Οι κοινωνικές κι οικονομικές αλλαγές έχουν αλλάξει τη δομή και τη σύσταση της οικογένειας και του γάμου. Αυτό έχει παρατηρηθεί τουλάχιστον στις περισσότερες γεωγραφικές περιοχές του πολιτισμένου δυτικού κόσμου. Ένα μεγάλο ποσοστό των παντρεμένων ζευγαριών, με ή χωρίς παιδιά, καταλήγει σε διαζύγιο. Κάποια ζευγάρια όμως για το «καλό των παιδιών» αποφασίζουν να διατηρήσουν το γάμο τους.

Αναμφισβήτητα ένας ευτυχισμένος γάμος είναι αξιοζήλευτος κι αποτελεί ευχή κι όνειρο για τους περισσότερους ανθρώπους που παίρνουν την απόφαση να παντρευτούν. Κανείς δεν παντρεύεται με την προοπτική του διαζυγίου, αλλά η ζωή αρκετές φορές έχει ανατροπές. Αλλάζουν πολλοί παράμετροι κι όταν δεν υπάρχουν ισχυροί δεσμοί ώστε να προσαρμοστούν όλοι στις αλλαγές, τότε τα αποτελέσματα είναι ανατρεπτικά.

Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου μετά το γάμο συνειδητοποίησαν ότι δεν έχουν τίποτα κοινό με τον/τη σύντροφό τους. Η ύπαρξη όμως παιδιών και τα κοινωνικά ταμπού είναι συχνά τροχοπέδη για την όποια αλλαγή. Δυστυχώς πολλοί άνθρωποι αποδέχονται ένα προβληματικό γάμο και μια σχέση που τους κάνει δυστυχισμένους, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο διασφαλίζουν την ψυχική γαλήνη κι ισορροπία των παιδιών.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι το διαζύγιο είναι μια διαδικασία κατά την οποία τα παιδιά δεν επηρεάζονται. Το διαζύγιο είναι μια αλλαγή στη ζωή όλων κι οι αλλαγές, θετικές ή αρνητικές, έχουν την τάση να προκαλούν φόβο στους ανθρώπους. Τα παιδιά αναγνωρίζουν το περιβάλλον που ζουν με τους δυο γονείς ως το σημείο αναφοράς τους. Νιώθουν ασφάλεια και σιγουριά μέσα σε αυτό κι η όποια ανατροπή τους προκαλεί σύγχυση.

Τι συμβαίνει, όμως, όταν οι γονείς μένουν μαζί για τα παιδιά; Πολλές κοινωνικές έρευνες κι άλλοι τόσοι κοινωνικοί επιστήμονες έχουν ασχοληθεί με το θέμα αυτό. Είναι γνωστό σε όλους ότι ένα διαζύγιο επηρεάζει (στην αρχή τουλάχιστον) τα παιδιά ανεξάρτητα απ’ την ηλικία τους. Αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν πως τα παιδιά που οι γονείς τους μένουν μαζί μόνο για χάρη τους βιώνουν έντονα αρνητικά συναισθήματα.

Τα παιδιά έχουν απίστευτη αντίληψη. Όσο καλά και να κρύβουν οι γονείς τους τα συναισθήματά τους, εκείνα μπορούν να νιώσουν τη μη λεκτική επικοινωνία γύρω τους. Η αποκωδικοποίηση της μη λεκτικής αυτής επικοινωνίας μπορεί να γίνει με ουσιαστικό τρόπο όταν τα ίδια τα παιδιά μεγαλώσουν κι αναζητήσουν τα ίδια συντρόφους. Αλλά και στις πιο μικρές ηλικίες, όταν αντιλαμβάνονται ότι πίσω απ’ το περίβλημα της ευτυχίας υπάρχουν άλλα συναισθήματα, αυτό τους προκαλεί σύγχυση κι άγχος.

Αρκετές είναι οι φορές που τα παιδιά αναλαμβάνουν το ρόλο του προστάτη για τους γονείς, κυρίως σε συναισθηματικό επίπεδο. Γεγονός που έχει αρνητικές επιπτώσεις στις μελλοντικές σχέσεις που θα δημιουργήσει το ίδιο το παιδί. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Dr. Buck «Ένας προβληματικός γάμος γεννά καχύποπτα παιδιά».

Οι γονείς δείχνουν ευτυχισμένοι, αλλά άθελά τους καλλιεργούν τη δυσπιστία και την καχυποψία μέσα στο σπίτι. Τα παιδιά είναι συνεχώς δύσπιστα, για το αν αυτό που βλέπουν είναι αληθινό. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου έστω ο ένας απ’ τους δυο γονείς έχει αποφασίσει να ζήσει συμβατικά. Οι ανασφάλειες είναι καθαρά προσωπικές κι έχουν ένα ισχυρό περίβλημα.

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό στα παιδιά». Ενώ στον αντίποδα μιας τέτοιας τοποθέτησης η αλήθεια είναι «Θα τα βγάλω πέρα μόνος/μόνη;». «Κι αν στρέψει εναντίον μου τα παιδιά;», «Τι θα σκεφτούν για μένα οι γύρω μου;». «Κι αν μου το καταλογίζουν για μια ζωή;». Η δαιμονοποίηση του διαζυγίου έχει δράση τοξική. Η στάση «αν δεν ήταν τα παιδιά θα έφευγα αυτή τη στιγμή, αλλά δεν μπορώ να τους το κάνω αυτό και μένω» είναι συνηθισμένη σε όλους τους ανθρώπους που προτιμούν να μείνουν σε μια σχέση υπό διάλυση αντί να κάνουν αλλαγές.

Είναι επιλογή να είναι ο καθένας στον κόσμο του, αλλά τα παιδιά αυτό το αντιλαμβάνονται με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αρνητικά πρότυπα. Ακόμα κι αν μένουν μαζί οι γονείς τους χωρίς τσακωμούς το καταλαβαίνουν ότι δεν υπάρχει αγάπη κι έρωτας, αλλά απλώς μια συμβίωση.

Υπάρχουν καταγεγραμμένες μαρτυρίες ενηλίκων όπου οι γονείς τους χώρισαν όταν οι ίδιοι μεγάλωσαν κι έφυγαν απ’ το σπίτι για να σπουδάσουν. Αναφέρουν στην πλειοψηφία τους ότι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους σε αυτούς. Ότι θα προτιμούσαν να τους μιλούσαν με ειλικρίνεια κι όχι να τους κοροϊδεύουν. Και το πιο σημαντικό όλων ήταν ότι θύμωσαν πολύ με την τοποθέτηση των γονιών, πως πήραν την απόφαση αυτή για να τους προστατέψουν, να μην πληγωθούν και για το χατίρι τους δε χώρισαν πιο νωρίς. Αυτό το βάρος το ψυχολογικό κανένα παιδί και σε καμία ηλικία δεν μπορεί να το δεχτεί.

Με αυτό τον τρόπο διδάσκονται τα παιδιά να μην αγαπάνε την αλήθεια και να μην την αντιμετωπίζουν. Να επιλέγουν το ψέμα και την άρνηση απ’ την πραγματικότητα. Μαθαίνουν πως στη ζωή δεν υπάρχουν επιλογές και δεν έχουν δικαίωμα να ζήσουν με αυθεντικότητα. Τους μαθαίνουν πως η ηττοπάθεια κι η καταπίεση είναι προϋπόθεση για την πορεία τους.

Χωρίς να το θέλουν, δείχνουν αρνητικά κι αντιφατικά παραδείγματα στα παιδιά τους. «Να έχετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας, να είστε δυνατοί, να πατάτε γερά στα πόδια σας, να μην τα παρατάτε στις δυσκολίες, η αποτυχία σου δίνει δύναμη για να ξαναπροσπαθήσεις». Δυνατές προτάσεις των γονιών προς τα παιδιά τους, όμως χάνουν το νόημά τους όταν αυτές τις λένε άνθρωποι που οι πράξεις τους είναι αντιφατικές.

Φοβήθηκαν, κρύφτηκαν, προτίμησαν το ψέμα και το χειρότερο όλων; Χρησιμοποίησαν σαν δικαιολογία την ύπαρξη των παιδιών για να καλύψουν τις αδυναμίες τους.

 

Συντάκτης: Ευαγγελία Βεργανελάκη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη